Πρωινό Αυγούστου με τη θερμοκρασία να πιάνει ήδη κόκκινο, την άσφαλτο ν’ αχνίζει ενώ ένας ανυπόμονος οδηγός αχνίζει επίσης από τα νεύρα του, κορνάροντας ανυπόμονα. Απαιτεί να παραμερίσουν οι πάντες στη λεωφόρο ώστε να περάσει, μα η κίνηση είναι τέτοια που το καθιστά αδύνατο. Στις όλο και πιο επίμονες πουρούδες, κοιτάζω από το καθρεφτάκι και βλέπω πως το νευρικό όχημα πίσω μου είναι μια μαύρη νεκροφόρα. «Α, Παναΐα μου, πρωί-πρωί», λέω μόνη μου!
Κανείς οδηγός δεν χαίρεται αν τυχόν ακολουθεί ή διασταυρώνεται με το εν λόγω μαύρο όχημα. Ο οδηγός μάλιστα άνοιξε το παράθυρο, χειρονομώντας, το πιο πιθανόν και να με βρίζει, απλά και μόνο γιατί υπάρχω και βρέθηκα μπροστά του. Σίγουρα ο άνθρωπος θα υποφέρει από πολλά υπαρξιακά προβλήματα, αφού κουβαλά σορούς ανθρώπων, που χθες ήταν, ενώ σήμερα δεν είναι, καταδικασμένοι πλέον στην ανυπαρξία. Γι’ αυτό και συγχωρώ τα ξεσπάσματα του αόρατου οδηγού που δεν βλέπω εφόσον τα τζάμια είναι μαύρα φυμέ.
Περιμένοντας υπομονετικά στην καυτή άσφαλτο, η σκέψη μου πάει πίσω στη μακρινή δεκαετία του 1980 όταν η αδελφή μου σπούδαζε Αθήνα και έμενε στην Ιωάννου Γενναδίου, πάροδο Βασιλίσσης Σοφίας, παραπλεύρως του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός. Είχα μόλις τελειώσει τις τελικές εξετάσεις μου στο γυμνάσιο ενώ η Νάτια είχε την εξεταστική της. Θα της έκανα παρέα, τα ψώνια, καφέδες και σνακ που ετοίμαζα στο μικρό σκοτεινό κουζινάκι που χωρούσε μόνο ένα τραπεζάκι και δυο καρέκλες. Έπειτα θα πακετάραμε τα πράγματά της και θα τα στέλναμε με φορτωτική στο νησί. Δεν υπήρχε περίπτωση να χρωστάει μάθημα αφού τα περνούσε όλα από την πρώτη εξεταστική, ήταν από τις σπάνιες περιπτώσεις σε ελληνικά πανεπιστήμια που δεν έχανε παραδόσεις, ο Μπαμπινιώτης όπως και οι άλλοι καθηγητές τη γνώριζαν με το μικρό της, ενώ οι υπόλοιποι φοιτητές φωτοτυπούσαν τις σημειώσεις της και παρουσιάζονταν στο πανεπιστήμιο μόνο στην εξεταστική.
Έκοβα βόλτες καθημερινά στα μανάβικα, μπακάλικα και ψιλικατζίδικα της περιοχής, περνώντας αναπόφευκτα από το πλάι του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός, στο σημείο όπου μπαινόβγαιναν από και προς το νεκροτομείο οι μαύρες λιμουζίνες των γραφείων τελετών. Τα ακατανόμαστα οχήματα, ήταν σταθμευμένα στη γωνία και οι κουστουμαρισμένοι και ντυμένοι στην τρίχα οδηγοί τους με τα λουστρινένια σκαρπίνια έπιναν καφέδες και φραπέδες, καλαμπούριζαν, αστειεύονταν ή διάβαζαν εφημερίδες, βρίζοντας τους πολιτικούς ενώ περίμεναν κάποια αποστολή.
Βλέποντας το κορίτσι από την επαρχία να τρέμει στη θέα τους και να αλλάζει πεζοδρόμιο, αυτοί έπιαναν τα πειράγματα. «Πότε θα ’ρθει η ώρα να σε μυρώσω και να σε ντύσω στα άσπρα κι εσένα κούκλα μου;». Ή αν περνούσαν με το αμάξι, κόρναραν, μου σφύριζαν, έβγαζαν έξω το κεφάλι τους φωνάζοντας «Πού πας μανάρι μου, έχω θέση για σένα στα πίσω καθίσματα» ή «Πάμε μια βολτίτσα παραλία;».
Κι εγώ να τρέχω τρομαγμένη, να μου πέφτουν τα ψώνια και τα ροδάκινα να κυλούν μέχρι τη Βασιλίσσης Σοφίας. Να φτάνω σπίτι ιδρωμένη, κοιτάζοντας μήπως με είχε πάρει ξοπίσω ένας νεκροθάφτης και τον έβρισκα το βράδυ στο μπαλκόνι μας. «Τι έπαθες κορίτσι μου και τρέμεις έτσι», μου έλεγε η κυρία Κατίνα η θυρωρίνα που έμενε στο υπόγειο και παρά το ότι η χούντα είχε πέσει εδώ και εφτά χρόνια εξακολουθούσε να κρατά το πόστο της, φροντίζοντας και καθαρίζοντας την πολυκατοικία. Μια μέρα βγήκαν με τον άντρα της στο κατόπιν μιας μαύρης λιμουζίνας που με καταδίωκε. Και τι δεν άκουσε ο οδηγός, ο οποίος όμως απτόητος απάντησε «Σας έχω ειδικό πακέτο, στον ένα ο δεύτερος μισή τιμή» και αυτοί άρχισαν να φτύνουν και να λεν, «που να καταπιείς τη γλώσσα σου παλιόπαιδο, κουφάλα νεκροθάφτη» ενώ το ίδιο βράδυ έτρεξαν ν’ ανάψουν λαμπάδα στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, λίγο πιο πάνω στον Λυκαβηττό.
Όλα αυτά πέρασαν σαν αστραπή από τον νου μου όσο περίμενα σημειωτόν να βγω από τη Γρίβα Διγενή στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, αφού πρώτα κατηφόρισα τη Σπύρου Κυπριανού. Στην Ελλάδα οι λεωφόροι έχουν τα ονόματα βασιλιάδων ενώ εδώ στο νησί των μεγάλων ηγετών μας. Στο τέλος το μαύρο όχημα, καταφέρνοντας να με προσπεράσει, σταμάτησε μπροστά από μια πολυτελή μπουτίκ. Δεν ήταν νεκροφόρα, όπως νόμιζα τόση ώρα, αλλά μια λιμουζίνα απ’ αυτές που μόνο βασιλιάδες ή κύπριοι ψωνάρηδες θα οδηγούσαν στα δρομάκια του νησιού. Τόσο κακό για το τίποτα, λέω, αφού μετά από τόσο εκνευρισμό και τεχνάσματα, η οδηγός του που ήταν εν τέλει γυναίκα, κατάφερε απλά να φτάσει στη μπουτίκ τρία λεπτά νωρίτερα.
Σε όσους αρέσουν οι μαύρες κωμωδίες, δείτε τη ξεκαρδιστική ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη «4 μαύρα κοστούμια». Αλλιώς πηγαίνετε σε μια εκδήλωση στους κήπους του προεδρικού μεγάρου με τον εγγλέζικο θυρεό της αποικιοκρατίας να δεσπόζει πάνω από την είσοδό του. Θα βρείτε κι εκεί πολλά μαύρα κοστούμια.
dena.toumazi@gmail.com