Μόλις άφησε την ανεψιά της στο μάθημα πιάνου, έχοντας μιάμιση ώρα ελεύθερη μέχρι να σχολάσει το κορίτσι για να την πάρει στο επόμενο φροντιστήριο. Η κίνηση του απομεσήμερου στο ζενίθ της, στους δρόμους τα αυτοκίνητα πήγαιναν σημειωτόν, γι’ αυτό και ήταν αδύνατο να επιστρέψει στο σπίτι της. Δεν είχε καμιά όρεξη να πάει καταστήματα ή στην υπεραγορά, μα ούτε και να περπατήσει, έτσι σκέφτηκε ν’ αράξει σε μια καφετέρια με το βιβλίο της, να πιει ένα καφεδάκι, ν’ ανοίξει το μάτι της και να περάσει η ώρα.
Άφησε τη λεωφόρο με τις μοντέρνες αλυσίδες καφετεριών σταματώντας στον παράδρομο, σ’ ένα παραδοσιακό συνοικιακό καφενείο, όπου συχνάζουν ηλικιωμένοι. Τέτοια ώρα ήταν άδειο αφού σίγουρα οι θαμώνες θα είχαν μόλις γευματίσει στα σπίτια τους και μάλλον θα βρίσκονταν αραχτοί για τη μεσημβρινή αργία. Θα επέστρεφαν σίγουρα το δειλινό για τον απογευματινό τους καφέ, το τάβλι τους, εφημερίδα και κουβέντα. Μόνο κάποιοι μπυρόβιοι νεαροί, κάθονταν τέτοια ώρα στο πεζοδρόμιο, καταναλώνοντας τη μια μπύρα μετά την άλλη, αρκετά ανταγωνιστικά εφόσον στοίβαζε ο καθένας τις δικές του στο τραπέζι μπροστά του, για να έχει απτή απόδειξη του κατορθώματός του.
Ο καφετζής δεν προλάβαινε να πηγαινοέρχεται σερβίροντάς τους, «φέρε άλλη μιαν, τσακρίν» ήταν η κουβέντα που ακουγόταν συνέχεια ενώ στο ράδιο έπαιζε η αθλητική επικαιρότητα που οι νεαροί σχολίαζαν μεταξύ τους. Όταν ο ιδιοκτήτης ήρθε κοντά της για να παραγγείλει, της είπε απολογητικά:
-Ξέρεις, μόνο κυπριακό καφέ κάμνουμε δαμαί, εν έχουμε που τούντους ξένους τους καλούς, κυρία μου.
-Μα γι’ αυτό ακριβώς ήρτα κοντά σας, γιατί ο κυπριακός εν ο καλλύττερος.
Του ανταπάντησε. Ο ιδιοκτήτης φούντωσε από περηφάνια και παίρνοντας επίσημο ύφος πήγε να τον ψήσει. Επέστρεψε με τον δίσκο λέγοντάς της:
-Εν τζερασμένος που το μαγαζίν
-Μα…
-Εν έσιει μα…. Πρώτη φορά που μας κάμνει την τιμή να ’ρτει γυναίκα πελάτισσα στο καφενείο, εν να μεν σας τον τζεράσουμε; Aκατάχνωτα!
Ένας από τους μπυρόβιους νεαρούς, σηκώστηκε σε λίγο και τρεκλίζοντας πλησίασε το τραπέζι της.
-Συγγνώμη κυρία, πε μου είσαι επιστημόνισσα, γιατί έβαλα στοίχημα με τους φίλους μου.
-Μοιάζω με επιστήμονα; Δηλαδή, σαν τι με συγκόφκετε;
-Κοίτα μεν με παρεξηγήσεις αλλά για γιατρός ή χημικός εν φαίνεσαι. Ούτε μηχανικός ή αρχιτεκτόνισσα, ούτε δικαστίνα. Πρέπει να’ σαι που τζείνες που γράφουν βιβλία; Μπορεί τζαι καθηγήτρια, φιλόλογος ή θεολόγος;
-Ναι ήμουν καθηγήτρια. Θέλετε να πείτε πως το καθηγητιλίκι ακολουθεί με όσα χρόνια κι αν περάσουν; Δεν σβήνεται που πάνω μoυ; Πώς το κατάλαβες;
-Γιατί πρέπει να ’σαι επιστήμονας ή φιλόσοφος για να το καταλάβεις; Έτο που τον τρόπο που επάρκαρες το αυτοκίνητο σου κυρία, που την τσάντα σου, το τεράστιο βιβλίο που κρατάς τζαι το μολυβούιν που έσιεις για να υπογραμμίζεις. Κάθεσαι τζαι δκιαβάζεις συλλοϊσμένη, τζαι ούτε που βαστάς κινητό. Βασικά είσαι στον κόσμο σου!
Έφυγε κάνοντας μια ελαφρά υπόκλιση και παραπατώντας βρέθηκε πίσω στο τραπέζι του, φωνάζοντας στον καφετζή.
-Φέρε μια μεγάλη μπύραν. Εκέρτισα το στοίχημα. Τζερνούν τα παιδκιά!
Η κυρία αφού γέλασε με την καρδιά της, ρώτησε την παρέα των νεαρών φεύγοντας.
-Εσείς παιδιά με τι ασχολείστε, δεν δουλεύετε και πίνετε μπυρούδες τέτοιαν ώρα;
-Δουλεύκουμε, καλό εν δουλεύκουμε, δαμαί δίπλα στο συνεργείο αυτοκινήτων, τωρά κάμνουμεν το διάλειμμά μας. Αν έσιεις καμιά φορά πρόβλημα να μας το φέρεις το αυτοκίνητο σου τζαι ειδικά αν εν δείλις μετά που τες μπύρες, εν αερόπλανον πουν να σου το κάμουμε.
Είπαν γελώντας και τσουγκρίζοντας τα μπουκάλια τους. Την ώρα που η κυρία αναχωρούσε της έδωσαν μάλιστα μια κάρτα του συνεργείου.
-Καλή συνέχεια κυρία επιστημόνισσα! Είπαν ενώ από το κινητό τους ακουγόταν το τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη «Μέσα στα εργοστάσια» (Μες στα συνεργεία) και το τραγουδούσαν όλοι μαζί:
«Όσοι δουλεύουν μες στα συνεργεία / είναι περήφανοι σ’ αυτή την κοινωνία,
απ’ τα δυο τους χέρια, τα ροζιασμένα / βγαίνουν τόσα έργα που είναι τιμημένα.
Η μουτζούρα κρύβει χρήμα και καλή καρδιά / και τα ροζιασμένα χέρια δείχνουν σιγουριά. Μέσα στα λάδια και μουτζουρωμένοι, / μα η αγάπη στην πόρτα τους προσμένει,
τον βαρύ τους κόπο να ξεκουράσει / και τον κάθε πόνο μαζί τους να μοιράσει.
Μες στα συνεργεία, μες στα συνεργεία, / είναι τεχνίτες που έχουνε αξία,
με τα σίδερα παλεύουν και τραγουδάνε / και με την καρδιά τους, πάντα, ξέρουν ν’ αγαπάνε».
dena.toumazi@gmail.com