Αραχτή στην πάνινη ξαπλωτή μου στο δώμα του σπιτιού των παππούδων στο χωριό, περιμένω το «βούτημα του νήλιου» πίσω από τα βουνά. Οι σταχτοκουρούνες σπάνε τη γαλήνη του δειλινού με τα κρωξίματά τους, όταν μες στην τελευταία φεγγοβολή της ημέρας πετούν όλες μαζί για να κουρνιάσουν όπως κάθε βράδυ σ’ ένα συγκεκριμένο κυπαρίσσι. Εδώ νιώθω παντοδύναμη, πως εξουσιάζω ακόμη και τον χρόνο, τις ανατολές και τα ηλιοβασιλέματα.
Από τότε που θυμάμαι, κάναμε συχνά αυτή τη διαδρομή από την πόλη στο χωριό, ανάμεσα σε γκρεμούς, φαράγγια και αμπέλια. Κυμάτιζε έξω από το τζάμι της λευκής Ford Escort το χέρι του παπά με το τσιγάρο που φρόντιζε πάντα να σβήνει στο μικροσκοπικό τασάκι λέγοντας «Μ’ ένα τσιγάρο μπορεί να πιάσει φωδκιάν τζαι να καεί ούλλος ο τόπος».
Καθισμένη στα γόνατα της μητέρας ρουφούσα από το τζάμι τον αέρα, τα δέντρα, τα χωριουδάκια και την κάθε στιγμή. Μετά τον Ύψωνα και την Ερήμη, διασχίζαμε το Καντού, όπου από τους καφενέδες του μας χαιρετούσαν οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοί του, περνούσαμε από το Σούνι-Ζανατζιά κι έπειτα τις Κιβίδες, προτού συναντήσουμε τον Άγιο Αμβρόσιο και την Κισσούσα με το εκκλησάκι των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, όπου ανάβαμε δύο κεριά, ένα για τον παγανιστικό θεό του οίνου και ένα για τον Άγιο Σέργιο που συνυπήρχαν κάτω από τον ίσκιο της αιωνόβιας τρεμιθιάς.
Ο δρόμος δεξιά οδηγούσε προς Βάσα και Όμοδος αλλά εμείς τραβούσαμε ίσια προς Μαλλιά με τον ψηλό της μιναρέ, πηγαίνοντας κατά κει που δύει ο ήλιος, ώσπου φτάναμε στη Δορά. Τα δειλινά καθόμασταν με τη γιαγιά Στασού να «πομορίσουμε». Με το κεφάλι σκυμμένο πάνω στο εργόχειρό τους οι γυναίκες έπλεκαν και ξέπλεκαν το νήμα με ατέλειωτες ιστορίες. Έκαναν προβλέψεις για τον καιρό, τα Μηναλλάγια του Αυγούστου και οιωνοσκοπίες, ερμηνεύοντας τα πετάγματα των πουλιών.
Οι γιαγιάδες και οι παππούδες κρατούσαν τη ζωή του τόπου και τη δική μας ευημερία στα ροζιασμένα τους χέρια. Με απέραντη σοφία, υπομονή, καρτερικότητα και ακλόνητη πίστη, αρετές ύψιστες, όπως και τα ψηλά βουνά που κύκλωναν το χωριό. Τόσο ψηλά που νιώθαμε την ανάσα του Θεού στον καλοκαιρινό ουρανό.
Σαν νύχτωνε και μοσχοβολούσε ο τόπος από τα νυχτολούλουδα, πιάναμε τις «νυχτερινές πτήσεις» με τον παππού Λεωνίδα και τον παπά, οι οποίοι μας έδειχναν τα γύρω χωριά με τα φώτα τους να τρεμοπαίζουν. «Βλέπεις ποτζεί τη Σαλαμιού, την Τρασιηπέδουλα, την Αρμίνου; Ποδά εν το Άρσος, η Λόφου, τζαι το Βουνί».
Μες στο μυαλό μου αποτυπώθηκαν και χαρτογραφήθηκαν τα ονόματα των χωριών, αλλά και τα δέντρα, τα σπίτια και η κάθε στροφή του φιδίσιου δρόμου. Γι’ αυτό και πενθώ σήμερα για τους ανθρώπους που τόσο τραγικά και άδικα έχασαν τη ζωή τους, τα σπίτια τους, το βιός τους, τα χωράφια, τα αμπέλια και τραυματίστηκαν τόσο σωματικά όσο και ψυχικά.
Διαβάζω το χρονογράφημα της Άννας Μαραγκού με τίτλο «Το πέταγμα των κορμοράνων» που γράφτηκε την 20η Ιουλίου, από τις βορειοδυτικές ακτές του νησιού, σε ένα μέρος όπου, όπως στο δικό μου το χωριό, δεν φτάνουν οι ήχοι των σειρήνων. Γράφτηκε δυο μόνο μέρες πριν ξεσπάσει η φονική πυρκαγιά και μιλά για τους κορμοράνους, τα θαλασσοπούλια που «πετούν το ένα πίσω από το άλλο, στην ίδια απαράλλαχτη ευθεία, με το ίδιο πέταγμα, την ίδια ταχύτητα, χωρίς να επιχειρεί κάποιο να προσπεράσει, παίρνοντας τη θέση του άλλου» όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην πολιτική. Σ’ ένα ημικατεχόμενο νησί έτσι θα έπρεπε να συμπορεύονταν κι οι πολιτικοί μας, αλλά τα κόμματα με τις διαφορετικές τους γραμμές απλά σπέρνουν τη διχόνοια και κομματιάζουν την όποια ενότητα.
Και συνεχίζει «Σμίκρυνε ο τόπος μας. Δεν έχουν πια οι γεωργοί στα χέρια τους όλη τη γη, μήτε οι ψαράδες όλη τη θάλασσα. Ο κόσμος κουράστηκε, πάτωσε, η αδράνεια πήρε το πάνω χέρι, δεν προσβλέπει, δεν ονειρεύεται, δεν ελπίζει… Δεν υπερηφανευόμαστε πλέον για τη ναυτική μας ικανότητα, ούτε τη γεωργία μας, παρά για το τσιμέντωμα των πόλεων και των ακτών μας, την τουριστική μας βιομηχανία, το ξεπούλημα της γης μας σε ξένους επενδυτές και την πώληση των μυθικών μας χρυσών διαβατηρίων. Οι πρόσφυγες που άφησαν τη ματωμένη τους γη φεύγουν ένας-ένας από τη ζωή. Πώς ν’ αγγίξουμε την «ουσία» για το προσφυγικό διερωτάται όταν «Όλα σαλάτα στο μυαλό μας. Ποια είναι τελικά η ουσία; Είναι η λύση ή η απελευθέρωση, ή η επανένωση; Η λύση είναι διαφορετική από την επανένωση; …Το αφήγημα του ενός δεν έχει καμία σχέση με το αφήγημα του άλλου…».
Η διαδρομή που έκανα για εξήντα χρόνια δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια για μένα και για χιλιάδες συμπατριωτών μου. Η επόμενη μέρα βρήκε αλλιώτικη την ορεινή μας Κύπρο μέσα από τα αποκαΐδια. Τέτοιες ώρες νοσταλγούμε ακόμη περισσότερο το πέταγμα των πουλιών και των κορμοράνων της Άννας που γράφει «Ομαδικό, συντεταγμένο, νηφάλιο, πειθαρχημένο πέταγμα. Και βλέποντας τους ξανά και ξανά να ισορροπούν ανάμεσα σε θάλασσα και ουρανό, καταλήγω ανεπιφύλακτα στο συμπέρασμα ότι η φύση είναι ανωτέρα όλων».
Καλό Αύγουστο. Ο Θεός να μας φυλάει. Και η φύση, αφού το κράτος φάνηκε ανίκανο να μας προστατεύσει.
dena.toumazi@gmail.com