Η λεγόμενη ακροδεξιά στην Κύπρο δεν προέκυψε τα τελευταία χρόνια ένεκα αναβίωσης ή σύστασης ακραίων κινημάτων στο χώρο της Ευρώπης και στην Ελλάδα, υπήρχε ανέκαθεν και αυτό μπορεί να διαπιστωθεί μέσα από μια απλή ανάγνωση της κυπριακής πολιτικής ιστορίας από την ανεξαρτησία και μετά. Μετά την εμφάνιση πολιτικών σχηματισμών στην Κύπρο (στο χώρο πέραν της Αριστεράς) στα τέλη της δεκαετίας του ’60 η λεγόμενη ακροδεξιά έφτιαξε τα δικά της πολιτικά σχήματα τα οποία εκπροσωπούνταν και στη Βουλή.
Υπήρξε μια περίοδος, μετά το 1974, όπου δεν υπήρχε εντός Βουλής κόμμα το οποίο να εκπροσωπεί ως οντότητα αυτό που χαρακτηρίζεται ως ακροδεξιά. Μονάδες από το συγκεκριμένο χώρο βρήκαν στέγη κάτω από τη στέγη του Δημοκρατικού Συναγερμού και εμφανίζονταν μέσω αυτού. Εξέλιξη η οποία προσέφερε στον ΔΗΣΥ κι αυτό το κομμάτι της πίτας του εκλογικού σώματος της Κύπρου. Την περίοδο αυτή ο ΔΗΣΥ εμφανίζεται ως ο κύριος εκφραστής των Κύπριων εθνικοφρόνων.
Ένεκα όμως σειράς εξελίξεων στο Κυπριακό αλλά και μερικής μετατόπισης του ΔΗΣΥ προς αριστερά, ένα κομμάτι που βρισκόταν στις άκρες της Δεξιάς βρέθηκε ακάλυπτο και αποφάσισε να δημιουργήσει τη δική του πολιτική στέγη. Αυτή τη φορά υπό πολύ πιο ιδανικές συνθήκες – όσο κι αν αυτό ακούγεται εξωπραγματικό – απ’ ότι στην προ του 1974 περίοδο. Με αργά και σταθερά βήματα το νέο δημιούργημα της λεγόμενης κυπριακής ακροδεξιάς μετατράπηκε από ένα περιθωριακό ακραίο σχήμα σε μια σημαντική πολιτική δύναμη η οποία ενδυναμώνεται όλο και περισσότερο, παρά τις όποιες τις όποιες αμφισβητήσεις δέχεται είτε από άλλα κόμματα, πολιτικούς ακόμα και από το σύνολο των μέσων ενημέρωσης.
Η λεγόμενη κυπριακή ακροδεξιά, όπως αυτή εμφανίζεται μέσα από το Εθνικό Λαϊκό Μέτωπο, κατάφερε να εκμεταλλευθεί όχι μόνο τις ιδανικές συνθήκες που προέκυψαν ένεκα σειράς πολιτικών ενεργειών και αποφάσεων των άλλων πολιτικών δυνάμεων, αλλά και το γενικότερο κλίμα που επικρατεί τόσο στην Ευρώπη όσο και παγκόσμια. Ένα κλίμα που έρχεται να διαγράφει χαρακτηρισμούς όπως «εθνικιστικό» ή «ακραίο» και να τους αντικαταστήσει με το χαρακτηρισμό «πατριωτικό».
Τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ευρώπη ευρύτερα αυτά τα κινήματα αν και έχουν ως σημείο εκκίνησης μια ακραία ιδεολογία του περασμένου αιώνα, εντούτοις κατάφεραν να πείσουν ότι αποτελούν νεοφανείς πολιτικές δυνάμεις, ότι είναι κάτι καινούργιο και διαφορετικό από τις λεγόμενες παραδοσιακές δυνάμεις. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι κάτι καινούργιο και διαφορετικό. Πρόκειται για σχήματα τα οποία προέκυψαν από την αδυναμία άλλων πολιτικών δυνάμεων να αφουγκραστούν και να καλύψουν ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, μια συγκεκριμένη μερίδα του εκλογικού σώματος, η οποία έχει ως βασική της αρχή το τρίπτυχο «πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια».
Η επικράτηση μιας πιο φιλελεύθερης ιδεολογικοπολιτικής τάξης πραγμάτων, η προσπάθεια επιβολής της λεγόμενης «woke» ατζέντας παραγνωρίζοντας της αντιδράσεις εντός ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας, αλλά και η πολιτική που ακολουθήθηκαν είτε σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε σε επίπεδο εθνικών κυβερνήσεων, αποτέλεσαν «λίπασμα» για όλα τα νεοφανή σχήματα που κινούνταν στο χώρο της ακροδεξιάς ή της πατριωτικής δεξιάς.
Παράλληλα καταφέρνουν να κερδίζουν τη συμπάθεια των μαζών σε τοπικό και πανευρωπαϊκό επίπεδο πείθοντας ότι δεν στρέφονται εναντίον θεσμών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, και ότι αυτά που πιστεύουν είναι τα στοιχεία που θα διορθώσουν λανθασμένες πολιτικές των δύο οργανισμών.
Ένα πρόσθετο στοιχείο που δεν μπορεί να παραβλέψει κάποιος είναι η περίπτωση της Ιταλίας. Ανεξαρτήτως του τι μπορεί να λέγεται και να γράφεται για την Τζόρτζια Μελόνι εκείνο που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει είναι η σταθερότητα που καταγράφεται στην πολιτική ζωή της Ιταλίας. Είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της πόλης που υπάρχει κυβερνητική σταθερότητα. Και ναι μεν μπορεί πολιτικές της Μελόνι να αμφισβητούνται, πλην όμως η κυβερνητική σταθερότητα που επήλθε στην Ιταλία είναι κάτι το οποίος κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Και αυτό είναι κάτι που μετρά όχι μόνο για τους Ιταλούς ψηφοφόρους αλλά ευρύτερα για τους Ευρωπαίους πολίτες οι οποίοι βλέπουν στην περίπτωση της Ιταλίας μια επιτυχημένη φόρμουλα, την οποία θα ήθελαν να δουν και στη δική τους περίπτωση.
Η Μελόνι προσφέρει μια «πατριωτική φόρμουλα» που μπορεί εύκολα να αντιγραφεί και στην Κύπρο και αλλού. Γιατί και στην Κύπρο και σε άλλες χώρες ένα κομμάτι της πολιτικής πίτας ανήκε πάντα στην λεγόμενη ακροδεξιά.