ΜΕΡΟΣ Β΄
«Συγχαρητήρια, έκαμες μιαν κόρη άσπρην σαν το φεγγάρι» της είπε η μαία, βάζοντας το μωρό στην αγκαλιά της. Αυτό γαντζώθηκε απάνω της κλαίγοντας σπαραχτικά, όπως κάθε νεογέννητο που δηλώνει την άφιξη και την ύπαρξη του σ’ αυτό τον κόσμο, με κλάμα γοερό αφού ακόμη κι αν δεν κλάψει θα φάει δκυο-τρεις πάτσους, σφαλιάρες από τη μαία ή τον γιατρό για να επιβεβαιώσουν πως το βρέφος είναι ζωντανό.
Η Ευταλού έβαλε τα κλάματα, όχι από ανακούφιση που τέλειωσαν οι οδύνες της, ούτε από χαρά, αλλά από απελπισία και τρόμο. Της το είπε και στην προηγούμενή της γέννα ο άντρας της όταν γέννησε την τέταρτη της κόρη. «Αν δεν μου κάμεις τον γιόν, τούντην βολάν εν να σηκωστώ να φύω». Το είπε πας στα νεύρα και την απελπισία του, γιατί μπορεί για κάποιους μήνες να μεν της εμιλούσεν τζαι να μεν έππεφτεν μιτά της αλλά τις κόρες αγάπαν τες τζαι τες τέσσερις, ποττέ εν εσήκωσεν σιέριν πάνω τους, ούτε τους εθύμωνε.
Η μαία και οι νοσοκόμες που παρευρέθηκαν στη γέννα, τής πρότειναν μια λύση. «Αν θέλεις μπορούμε να σε βοηθήσουμε. Να πούμε του αντρός σου πως εγεννήθην πεθαμένη η κόρη σας. Εμείς εν ν’ αναλάβουμεν να την δώκουμεν που τα σήμερα τζιόλας σε μιαν οικογένεια αρχόντων που εν κάμνουν μωρά τζαι σαν την βασίλισσαν εν να την μεγαλώσουν. Εν νάσιει τύχην βουνό. Πρέπει όμως ότι γίνει να γίνει τωρά, πριν το δηλώσουν το μωρό τζαι κατεβούν οι γιατροί τζαι οι νοσοκόμες της επόμενης βάρδιας. Τζαι εν να σου δώκουν τζαι χρήματα να τα φυλάξεις τζαι να προιτζίσεις τες άλλες κόρες σου.»
«Μα εν να πουλήσω το σπλάχνον μου; Καλλύττερα να μεν έχω να φάω, να περπατώ ανυπόλυτη μα το μωρόν μου εγιώ εν το διώ» είπε κλαίγοντας και το κράτησε, όπως κράτησε και άντεξε τα μούτρα του άντρα της και τη σκληρή ζωή της ανάμεσα στα βουνά και τα λαγκάδια, όπου βρισκόταν η μάντρα τους. Τον χειμώνα έμενε στο χωριό όπου με τη βοήθεια της μάνας της μεγάλωναν τα τέσσερα κορίτσια, τα έστελναν σχολείο στο γειτονικό χωριό και έπειτα στο γυμνάσιο στην πόλη.
Ο Χαρής έφυεν στην αρχή που το σπίτι και έμενε στη μάντρα με το κοπάδι του για κάποιους μήνες. Μα ως τα το Πάσχα αφού ξεγέννησε όλες τις αίγες του, ήρτεν πίσω και εκαμάρωνε τις πέντε κόρες του, η μια πίσω που την άλλη με τα λαμπριάτικα τους φουστανούδκια. Επερνούσαν τα χρόνια τζαι η μια πίσω που την άλλη, επροοδεύκαν, εμάθαν γράμματα τζαι ηύραν δουλειάν στην πόλη. Ούλλες τους μάλιστα εκρατούσαν πέννα! Τζαι επαντρευτήκαν, τζαι μήτε προίκα εν απαιτήσαν οι γαμπρούδες τους. Αλλά τούτος έδωκεν τζείνα που εφύλαεν μια ζωή που το κοπάδιν, τζαι έπιασεν τους οικόπεδο για να χτίσουν σπίτι.
Τζαι εκάμαν τους μεγάλους γάμους, εις τα μεγάλα κέντρα της πόλης, ποτζείνα που ταράσσουν οι σκάλες τζαι φκαίνει το αντρόυνον μες στη μέση του κέντρου τζαι παίζουν οι μουσικές τζαι πουμπουρίζει ο τόπος. Εν έμεινεν πλάσμα που τα γύρω χωρκά που εν ήρτεν να τους χαιρετίσει γιατί είχαν του ούλλοι μεγάλην εκτίμηση. Τζαι τζείνες εκάμαν του ύστερις παλληκαρούδκια, τζαι εδώκαν τους τζαι τ’ όνομάν του.
Ο Χαρής τζαι η Ευταλία τωρά που εξιπαιδκιώσαν, μένουν ολόχρονα στην μάντρα. Έχουν μια γεννήτρια για ηλεκτρισμό. Τον χειμώνα έχουν την τσιμινιά τους και τα καλοκαίρια βγάζουν τα στρώματα κάτω που την συκαμνιά, ριάς την νύχτα. Παίρνουν το κοπάδι για βοσκή, ανάβουν τα κάρβουνα και βάζουν πάνω τις σούβλες, όταν ανεβαίνουν πάνω στη μάντρα οι κόρες, οι γαμπρούδες και τα εγγόνια τους.
dena.toumazi@gmail.com