Η ρήση ότι «την ιστορία τη γράφουν οι νικητές» επαναλαμβάνεται συχνά, σχεδόν μηχανικά. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Την ιστορία δεν τη γράφουν πάντοτε οι νικητές, αλλά σχεδόν πάντα οι ισχυροί. Ακόμα και όταν χάνουν μια μάχη, ακόμα και όταν αναγκάζονται να αποχωρήσουν από έναν τόπο ή να αναθεωρήσουν πολιτικές, διατηρούν το προνόμιο της αφήγησης. Καθορίζουν τις λέξεις, τα σύμβολα, τις ερμηνείες. Και κυρίως, καθορίζουν ποιος θα ονομαστεί ήρωας και ποιος «τρομοκράτης».

Το πρόσφατο περιστατικό στο Stamford Bridge, στον αγώνα μεταξύ Τσέλσι και Πάφου για τη League Phase του Champions League, δεν είναι ένα απλό αθλητικό επεισόδιο. Η απαίτηση της UEFA, μιας κατά τα άλλα «ουδέτερης» ποδοσφαιρικής Αρχής, να κατέβει από τις κερκίδες το πανό με τη μορφή του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από το ιστορικό και πολιτικό του πλαίσιο. Πολύ λιγότερο μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Η σκιά των αγγλικών Αρχών είναι εμφανής, ακόμα κι αν δεν αποδεικνύεται γραπτά. Και αυτό ακριβώς αποδεικνύει το επιχείρημα. Η ισχύς δεν χρειάζεται πάντα αποδείξεις, λειτουργεί υπόγεια, θεσμικά, «κανονιστικά».

Εξήντα εννέα χρόνια μετά τον απαγχονισμό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη από το βρετανικό αποικιακό καθεστώς, η μορφή του εξακολουθεί να ενοχλεί. Όχι επειδή απειλεί, αλλά επειδή θυμίζει. Θυμίζει ότι η αυτοκρατορία δεν υπήρξε ποτέ «εκπολιτιστική δύναμη», αλλά μηχανισμός καταστολής και απομύζησης των υποτελών της. Θυμίζει ότι η βία του ισχυρού βαφτίζεται «νόμος και τάξη», ενώ η αντίσταση του αδύναμου βαφτίζεται «τρομοκρατία». Θυμίζει, τελικά, ότι η Ιστορία έχει ρωγμές και μέσα από αυτές περνά η μνήμη.

Για τον έξω κόσμο της εποχής, για τα διεθνή μέσα, για τη διπλωματική γλώσσα των ισχυρών, ο Παλληκαρίδης και όσοι αγωνίζονταν για την ελευθερία της Κύπρου δεν ήταν ήρωες. Ήταν «εξτρεμιστές», «τρομοκράτες», «ταραχοποιοί». Η ετικέτα δεν ήταν τυχαία. Ήταν εργαλείο. Όταν ελέγχεις τη γλώσσα, ελέγχεις και τη συνείδηση. Όταν ορίζεις ποιος είναι ο «καλός» και ποιος ο «κακός», έχεις ήδη κερδίσει τη μισή μάχη, ακόμα κι αν χάσεις τον πόλεμο στο πεδίο.

Η απαίτηση να κατέβει ένα πανό σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα δείχνει πόσο βαθιά φτάνει αυτή η λογική. Ο αθλητισμός προβάλλεται ως χώρος ουδετερότητας, ως «απολίτικος». Στην πράξη όμως, η ουδετερότητα αυτή λειτουργεί επιλεκτικά. Δεν ενοχλούν όλα τα σύμβολα, αλλά μόνο εκείνα που αμφισβητούν την κυρίαρχη αφήγηση. Δεν απαγορεύεται κάθε ιστορική μνήμη, αλλά μόνο εκείνη που δεν έχει εγκριθεί από τους ισχυρούς.

Και εδώ βρίσκεται η ειρωνεία. Οι ισχυροί μπορεί να μην είναι πάντα νικητές, όμως σπάνια παραιτούνται από τον έλεγχο της Ιστορίας. Μπορεί να αποικιοκρατούν λιγότερο με στρατούς και περισσότερο με θεσμούς. Μπορεί να μη στήνουν πια αγχόνες, αλλά στήνουν κανονισμούς, επιτροπές, «ευαισθησίες». Η ουσία όμως παραμένει ίδια, ο έλεγχος της μνήμης είναι προέκταση της εξουσίας.

Το ότι η μορφή του Ευαγόρα Παλληκαρίδη εξακολουθεί να προκαλεί αντίδραση δεν είναι αδυναμία του αγώνα του. Είναι η απόδειξη της δύναμής του. Γιατί οι πραγματικά ηττημένοι της Ιστορίας είναι εκείνοι που ξεχνιούνται. Και όσο υπάρχουν πανό που κατεβαίνουν, σύμβολα που λογοκρίνονται και μνήμες που «ενοχλούν», τόσο αποδεικνύεται ότι, παρά την ισχύ τους, κάποιοι δεν κατάφεραν ποτέ να νικήσουν ολοκληρωτικά.

Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα δεν είναι ένα πανό σε ένα γήπεδο, αλλά το ποιος έχει το δικαίωμα να θυμάται δημόσια και ποιος υποχρεώνεται στη σιωπή. Η μνήμη, όταν δεν ελέγχεται, γίνεται πράξη αντίστασης. Και ίσως αυτό είναι που φοβίζει περισσότερο, όχι έναν νεαρό που ανέβηκε στην αγχόνη πριν από δεκαετίες, αλλά την ιδέα ότι η Ιστορία μπορεί κάποτε να ξαναγραφτεί από εκείνους που θεωρήθηκαν «ηττημένοι». Γιατί όσο κι αν οι ισχυροί επιμένουν να ορίζουν το παρελθόν, το νόημά του παραμένει πάντα ανοιχτό στη διεκδίκηση.