Επιλέγω σήμερα να σας παραμυθιάσω για την ιστορική πόλη του Ζήνωνα. Αψηφώντας τη σαθρή επικαιρότητα αφενός και εντυπωσιασμένη αφετέρου από τα φετινά πορίσματα των ανασκαφών των Σουηδών στην περιοχή του Χάλα Σουλτάν Τεκκέ, είπα να σας απομακρύνω όσο το δυνατόν από τα νοσηρά που ακούστηκαν πρόσφατα και να σας επαναφέρω στα τόσα σημαντικά που χάνονται στην ομίχλη των πεπραγμένων. 

Η πόλη γιόρτασε επάξια τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας που απόκτησε γιατί παραμένει ακόμη μια ανθρώπινη πόλη με μια γλυκύτητα πρωτόγνωρη. Λιμάνι κι αυτή, πολυεπίπεδη, ανοιχτή σε όλους, φιλόξενη, ταϊσμένη από τη δικιά της ενδοχώρα.

Τη μοιραστήκαμε με τους πάντες από Δύση και Ανατολή. Τη ζούμε και την ονομάζουμε Κίτιον, Σαλίνες, Σκάλα, Τούζλα, Λάρνακα… Κάποτε ήταν ένα από τα δέκα βασίλεια, πέρασμα του Λάζαρου και της Ουμ Χαράμ, Commercio όταν χάθηκε η Αμμόχωστος, πολιτεία του άλατος (tuz είναι το άλας στην τουρκική) και των προξένων, με την κάθε ονομασία που της αποδώσαμε να σηματοδοτεί χώρους και ανθρώπινους χρόνους!

Την έψαξε παλιά η Σουηδική αρχαιολογική αποστολή.  Στο μυαλό μου βέβαια, η πρώτη εκείνη επεισοδιακή συνάντηση τον Μάρτη του 1922 σε σιδηροδρομικό σταθμό της Σερβίας ανάμεσα στον Λαρνακέα συλλέχτη αρχαιοτήτων Λουκή Ζήνωνα Πιερίδη, πρόξενο τότε της Σουηδίας και τον Άξελ Πέρσον, καθηγητή αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Ουψάλας.*

Αυτή η αναπάντεχη άλλα τόσο σημαντική συνάντηση έφερε από το 1927 μέχρι το 1931 τη Σουηδική αρχαιολογική αποστολή στο νησί που μέχρι τότε ήταν ακόμη έρμαιο των καταστροφικών περασμάτων των ούτω αποκαλουμένων διπλωματών και αρχαιοκαπήλων.

Πέρσι οι Σουηδοί αρχαιολόγοι έσκαψαν στο νεκροταφείο της πόλης-λιμανιού της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, στο Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, σ’ έναν από τους σημαντικότερους προϊστορικούς οικισμούς που άκμασε για σχεδόν πέντε αιώνες. Ανακάλυψαν πράγματα και θαύματα: κεραμική από την Κρήτη και το Αιγαίο, Αιγυπτιακά ελεφαντόδοντα και αλάβαστρα, ο βαθύκυανος ημιπολύτιμος λίθος λάπις λάζουλι από το Αφγανιστάν (το ορυχείο Sar i-Sang), η καστανέρυθρη καρνεόλη από την Ινδία (το ορυχείο Gujarat), καθώς και το ήλεκτρο (ορισμένα τεμάχια διαμορφωμένα σε χάνδρες και ακόμη και σε σκαραβαίο) από την περιοχή της Βαλτικής. Ο χαλκός ήταν το κλειδί, τον κουβαλούσαν από το Τρόοδος, τον επεξεργάζονταν και τον διακινούσαν σ’ ολάκερη την τότε οικουμένη μέσα από το προστατευμένο λιμάνι του Χαλά Σουλτάν Τεκκέ.

Αυτοί ήμασταν τότε, σημαντικοί ανάμεσα στους σημαντικότερους, κόμπος του τότε παγκόσμιου εμπορίου. Να προσθέσω ότι παλιά στ’ ανατολικά της αλυκής είχε βρεθεί ένα ιερό με επιγραφές αφιερωμένο στην  Παράλια Αρτέμιδα. Ζήτησα από το Chat GPT να μου αραδιάσει τις επιγραφές και μου έστειλε μαζί κι ένα χειροποίητο ποίημα στην αρχαία ελληνική.

Ἀρτέμιδι Παραλίαι,
κυρίᾳ τῆς ἀκτῆς καὶ τῶν ἀνέμων,

οἱ Κιτιεῖς, πόλις ναυτίλων,
καὶ ἄνδρες ἰδίαις εὐχαῖς κινούμενοι,

ἀνέθεσαν δῶρα σιγῶντα,
εὐχὰς ἀποδιδόντες
καὶ χρησμῷ πειθόμενοι.

Ἐνθάδε ἱερὸν ἕστηκεν,
τῆς Παραλίας θεᾶς,
φύλακος γῆς καὶ θαλάσσης.

Άφωνη, διαβάζοντας το ποίημα της τεχνητής νοημοσύνης στην υπέροχη γλώσσα των προγόνων μας. Φοβήθηκα οφείλω να ομολογήσω για τα μελλούμενα, αλλά συνέχισα την πορεία μου απτόητη. Έψαξα για την αλυκή, έμαθα για την ποιότητα του άλατος «κάλλιστον» γράφει ο Διοσκουρίδης, και στο διάβα μου αντάμωσα τον διψασμένο Λάζαρο, τον φίλο του Χριστού, ο οποίος περνώντας από έναν τεράστιο αμπελώνα ζήτησε λίγο σταφύλι να δροσιστεί.

Η ιδιοκτήτρια του αμπελώνα αρνήθηκε τονίζοντας ότι εκείνη η γη παράγει άλας και όχι σταφύλια! Και ο Άγιος της απάντησε: Οὕτως ἔστω, ἅλας ἅς παράγῃ ἐφεξῆς ἡ γῆ αὓτη, οὐχί τόν ἡδύν τοῦ οἴνου χυμόν.

Στις Σαλίνες χρόνια μετά, αράζουν από την Εσπερία ζαλισμένοι αριστοκράτες, ιερωμένοι, τυχοδιώκτες και ιστοριοδίφες οι περισσότεροι καθοδόν προς τους Αγίους Τόπους. Γράφουν εντυπώσεις, περιγράφουν τον κόσμο, την πόλη και το λιμάνι, άλλοι πιστεύουν στο θαύμα, άλλοι στην κατάρα, ένας λέει ότι όσο αλάτι και αν μαζεύουν η λίμνη θα έχει εξαπλάσιο. Εντυπωσιάζει ο Άγιος Λάζαρος και οι τρούλοι του! Παρακολουθούν το φόρτωμα του αλατιού στα καράβια με τους αραμπάδες, πανάκριβο και απαραίτητο για τα παστά τους, «κομμένο σε ωραία κομμάτια όπως τα τούβλα», γράφει άλλος, ενίοτε το κέρδος περιουσία της Γαληνοτάτης, ενίοτε και των Γεννιτσάρων και των Οθωμανών.

Μια πόλη με αδιάλειπτη ανθρώπινη παρουσία στο χώρο από την προϊστορία μέχρι τις μέρες μας, με μαρτυρίες εμπορίου, λιμανιών, τειχών, σπιτιών, ιερών. Ένας εξαίρετος σε χλωρίδα και πανίδα βιότοπος που συνυπάρχει αρμονικά με έναν ιστορικό χώρο δικό μας και δικό τους! Για τους συμπατριώτες μας ένα μνημείο όπου μπλέκονται και εκεί η ιστορία και ο μύθος! Ποια ήταν τούτη η γυναίκα που έπεσε από τη μούλα της και σκοτώθηκε, τι γύρευε στο νησί, ποια η σχέση της με τον Μωάμεθ… Ένας τόπος που κατοικείται ανελλιπώς από το 1650 π.Χ., που εμπλέκει βασίλεια και αυτοκρατορίες, νησιά και ενδοχώρες, ιμάμηδες και αρχιεπισκόπους, ρεσπέρηδες και ψαράδες. Η Λάρνακα μπορεί και πρέπει ακόμη ν’ αποκαλύψει διάπλατα όλα αυτά ως προσφορά αυτογνωσίας, συνύπαρξης και αλληλοκατανόησης. Πεδίον δόξης λαμπρό για να αναποδογυρίσουμε το παρών αφήγημα που μας θέλει κακορίζικους και ασήμαντους, καταπατημένους και αιωνίως προδομένους!

* Όλη η ιστορία, στο κεφάλαιο οι «Ξανθοί Σουηδοί», στον βιβλίο Περπατώντας στην άκρη της Γης μας.

Ελεύθερα, 1.2.2026