Ήταν τόσο ξεκάθαρη η πρόσφατη τοποθέτηση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία θεωρεί απαράδεκτη και αδικαιολόγητη, από κάθε άποψη, την επίθεση «της Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών ομοδόξου χώρας» κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και προσωπικά κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη. Δεν αποτελεί, μάλιστα, μια απλή πράξη τυπικής συμπαράστασης, αλλά σαφώς μια βαρυσήμαντη μνεία της πνευματικής αλλά και της ιστορικής ευθύνης που επωμίζεται το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε μια κρίσιμη περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές αναταράξεις επενεργούν σ’ εργαλειοποίηση ακόμα και της θρησκευτικής πίστης, αλλά και η ίδια η θέση του Πατριαρχείου σε τόσο ταραγμένους καιρούς, υπαγορεύουν τη διαφύλαξη σαν κόρη οφθαλμού της Ορθόδοξης ενότητας.
Ξεχωρίζουμε από την Συνοδική τοποθέτηση την υπενθύμιση ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι ο θεματοφύλακας των Οικουμενικών Συνόδων και ο διαμορφωτής του χριστιανικού δόγματος. Η αναγνώριση αυτής της προσφοράς του είναι εκ των ων ουκ άνευ για την κατανόηση του γεγονότος ότι οποιαδήποτε επίθεση εναντίον του και μάλιστα της μορφής που είδαμε πρόσφατα, συνιστά πλήγμα για τον ίδιο τον ιστό της Ορθοδοξίας, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.
Είναι γι’ αυτό το λόγο που κρίνεται καίριας σημασίας ο παρεμβατικός λόγος της Εκκλησίας της Κύπρου, ο οποίος στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα: ο σεβασμός προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι ταυτόσημος με τον σεβασμό προς την ίδια την πεμπτουσία της Ορθοδοξίας.
Επιπλέον, στο σύγχρονο διεθνές στερέωμα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος πορεύεται εν μέσω ενός ναρκοπεδίου εξωχριστιανικών αλλά και ενδοχριστιανικών σκοπέλων. Η όποια προσπάθεια απαξίωσης και υπόσκαψης του ρόλου του δεν είναι τίποτε λιγότερο από μια απόπειρα αποδυνάμωσης της φωνής της ειρήνης και της καταλλαγής που εκπροσωπεί παγκοσμίως.
Η παρέμβαση – στήριξη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου είναι ουσιαστικά μια πράξη πνευματικής αυτοσυνειδησίας. Σ΄ ένα κόσμο που φλέγεται παντοιοτρόπως, η Ορθοδοξία δεν έχει καθόλου την πολυτέλεια του διχασμού, ούτε της υποταγής της σε αλλότριες σκοπιμότητες. Μάλιστα, η στήριξή της στον «αεικίνητο» Πατριάρχη και κατ’ επέκταση στον υπερεθνικό θεσμό που αυτός εκπροσωπεί, αποτελεί εγγύηση ότι η Εκκλησία θα παραμείνει λιμάνι ελευθερίας και γαλήνης. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να μετατραπεί σ’ ένα εργαλείο ισχύος. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η στήριξη του Φαναρίου και η ενότητα γύρω από την παρουσία του, δεν συνιστά απλά μια επιλογή, αλλά κυρίως πνευματική και ιστορική επιταγή. Γιατί η Εκκλησία σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υποτάσσεται στις όποιες εφήμερες πολιτικές ή άλλες σκοπιμότητες, απ΄ όπου κι αν αυτές εκδηλώνονται.