Το γράφω χρόνια, ότι η έλλειψη λογοδοσίας οδηγεί στην ατιμωρησία και συνακόλουθα στην ασυδοσία και στον τόπο τούτο τον μαρτυρικό, αποδεικνύεται καθημερινά ότι είναι η πιο πικρή αλήθεια. Μια αλήθεια που την ανακάλυψαν πρώτοι και καλύτεροι οι ηγέτες μας οι οποίοι θησαυρίζουν σε βάρος των αφελών, αφελέστατων αυτοχθόνων. Αφορμή αυτή τη φορά λαμβάνω από την αθωωτική κατά πλειοψηφία απόφαση του Κακουργιοδικείου στη Λευκωσία για την υπόθεση πολιτογραφήσεων με το βίντεο του Al Jazeera. Μια υπόθεση -των χρυσών διαβατηρίων -που έχει αφήσει εκτεθειμένη την Κύπρο διεθνώς και που πέντε χρόνια μετά η Νομική Υπηρεσία, αφού έχασε τη δίκη στο Κακουργιοδικείο βγήκε -άνευ αιδούς -να μας πει ότι θα κάμει έφεση!
Ο Γενικός Εισαγγελέας Γιώργος Σαββίδης και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Σάββας Αγγγελίδης, που διορίστηκαν στις θέσεις τους από τον τέως Πρόεδρο ΝίκοςΑναστασιάδη, δεν τόλμησαν να βγουν σε συνέντευξη Τύπου οι ίδιοι, αλλά έστειλαν την εισαγγελέα της Δημοκρατίας και υπεύθυνη ομάδας επικοινωνίας της Νομικής Υπηρεσίας, Πολίνα Ευθυβούλου, η οποία και ανακοίνωσε την απόφαση για καταχώριση έφεσης. Η κ. Ευθυβούλου τα έβαλε με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τα πολιτικά κόμματα για κριτική που ασκούν, κάνοντας λόγο για προσπάθεια αποδόμησης της Νομικής Υπηρεσίας.
Ως εάν να χρειάζεται η Νομική Υπηρεσία καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια αποδόμησης της από τις 29 Ιουνίου του 2020, οπόταν ο Νίκος Αναστασιάδης διόρισε τον υπουργό του της Δικαιοσύνης Γιώργο Σαββίδη στη θέση του Γενικού Εισαγγελέα και τον υπουργό του της Άμυνας στη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Θυμάμαι ότι στην τελευταία προεκλογική για τις προεδρικές εκλογές ο Νίκος Αναστασιάδης καυχώταν για δύο πράγματα: πρώτον, ότι οι τρεις υποψήφιοι ήταν δικοί τους άνθρωποι, Αβέρωφ, Χριστοδουλίδης, Μαυρογιάννης και δεύτερον, «ας βρεθεί ένας να μου πει ότι ο Αναστασιάδης καταχράστηκε ένα σεντ». Ποιο ήταν όμως το κόστος της δεκαετίας Αναστασιάδη και των Συγκλητικών του; Όπως έγραφα σε αυτή την στήλη την 16ην Οκτωβρίου 2022, «Ο Πρόεδρος στα 10 χρόνια της προεδρικής θητείας του οποίου βιώσαμε, μας χρέωσε: Το Κούρεμα. Το κλείσιμο των Κυπριακών Αερογραμμών. Το ξεπούλημα του Συνεργατισμού τον οποίον έσφαξε στο γόνατο. Την ιδιωτικοποίηση του λιμανιού της Λεμεσού με εγγυημένο μονοπώλιο. Τα χρυσά διαβατήρια. Το μπόινγκ του Σαουδάραβα φίλου με το οποίο μετέφερε στις Σεϋχέλλες οικογένεια. Το «μαύρο βαν» που μένει «ασύλληπτο». Τις περίοπτες θέσεις του Προέδρου Αναστασιάδη στα Pandora Papers και στα Panama Papers. Το διεθνές ρεζίλεμα από το Al Jazeera. Το πόρισμα της Επιτροπής Νικολάτου. Και το Κραν Μοντάνα που έστειλε στον γκρεμό τη λύση του Κυπριακού, έφερε τη διχοτόμηση κι έβγαλε στην επιφάνεια τα «δύο κράτη».
Το ότι πέταξε στις Σεϋχέλλες με ολόκληρη την οικογένεια του με το αεροπλάνο του Σαουδάραβα δωρεάν, ο Πρόεδρος παραδέχθηκε ότι ήταν τελικά «ένα σφάλμα εκτίμησης ήταν η αποδοχή ενός ταξιδιού στις Σεϋχέλλες… όντως αυτό ήταν λάθος εκτίμηση». Μετά παραδέχθηκε ότι δεν ήταν μόνο ένα το ταξίδι στις Σεϋχέλλες. Μάλιστα όπως περνά ο χρόνος αναδύονται στην επιφάνεια κι άλλα, όπως το Βασιλικό των δεκάδων εκατομμυρίων και ο GSI των επίσης πολλών δεκάδων εκατομμυρίων. Έτσι το πρόβλημα ήταν -και παραμένει- η αίσθηση ατιμωρησίας που διαπερνά το πολιτικό και θεσμικό μας σύστημα σαν υπόγειο ρεύμα που διαβρώνει τα πάντα.
Η πρόσφατη αθωωτική απόφαση για την υπόθεση των «χρυσών διαβατηρίων» που αποκαλύφθηκε από το Al Jazeera δεν ήταν απλώς μια δικαστική εξέλιξη. Ήταν ένα πολιτικό και θεσμικό γεγονός με τεράστιο συμβολισμό. Η εικόνα της Κυπριακής Δημοκρατίας διασύρθηκε διεθνώς. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μάς υπέδειξε, μας επέπληξε, μας έθεσε υπό επιτήρηση. Και στο εσωτερικό, η κοινωνία περίμενε -έστω και αργά- μια πράξη λογοδοσίας. Αντ’ αυτού, είδαμε τη Νομική Υπηρεσία να συγκαλεί διάσκεψη Τύπου για να μας πει ότι «σέβεται» την απόφαση αλλά θα ασκήσει έφεση, επικαλούμενη «δικαστικά σφάλματα». Η εισαγγελέας Πολίνα Ευθυβούλου βγήκε μπροστά, μίλησε για αποδόμηση, για επιθέσεις, για Θερμοπύλες. Όμως οι επικεφαλής της Υπηρεσίας, ο Γενικός και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, παρέμειναν εκτός κάδρου. Σε μια από τις πιο εμβληματικές υποθέσεις της τελευταίας δεκαετίας, οι ίδιοι δεν τόλμησαν να σταθούν ενώπιον της κοινωνίας.
Η ουσία δεν βρίσκεται στη ρητορική περί σεβασμού της Δικαιοσύνης. Βρίσκεται στις παραλείψεις που κατέγραψε η ίδια η πλειοψηφία του Κακουργιοδικείου: μη κλήση ουσιωδών μαρτύρων, αδυναμίες στη μαρτυρία, κενά στην ανακριτική διαδικασία. Όταν βασικοί μάρτυρες δεν παρουσιάζονται, όταν επικαλούνται απειλές και φόβους, όταν δημοσιογράφος που κατέθεσε στην Αστυνομία δεν εμφανίζεται στο δικαστήριο, το ερώτημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι θεσμικό: ποιος διασφάλισε την προστασία τους; Ποιος φρόντισε να θωρακιστεί η διαδικασία; Αν ένας μάρτυρας δέχθηκε απειλές κατά της ζωής του, όπως δημοσίως αναφέρθηκε, αυτό δεν είναι απλώς ένα δραματικό στοιχείο. Είναι καμπανάκι για το κράτος δικαίου. Δεν μπορεί μια τέτοια αναφορά να αιωρείται χωρίς διαφάνεια για τις ενέργειες που έγιναν. Διαφορετικά, η σκιά πέφτει πάνω σε ολόκληρο το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης.
Ο νομικός Ηλίας Στεφάνου ορθώς επισήμανε ότι η έφεση αφορά μόνο νομικά ζητήματα. Η αξιοπιστία των μαρτύρων έχει ήδη κριθεί. Το Εφετείο δεν θα επανεξετάσει τη μαρτυρία. Άρα, αν η υπόθεση κατέρρευσε στο επίπεδο της αξιολόγησης των μαρτύρων, αυτό δεν θεραπεύεται με νομικά τεχνάσματα. Η ζημιά έχει γίνει στο πρωτογενές στάδιο της διερεύνησης και της προετοιμασίας. Οι δύο επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας υπηρέτησαν ως υπουργοί στην κυβέρνηση που εφάρμοσε και επέκτεινε το πρόγραμμα πολιτογραφήσεων. Συμμετείχαν σε συνεδριάσεις Υπουργικού Συμβουλίου που ενέκριναν αιτήσεις. Σήμερα καλούνται να ελέγξουν ποινικά μια περίοδο στην οποία ήταν πολιτικά παρόντες. Ακόμη κι αν δεχθεί κανείς ότι ενεργούν με πλήρη αμεροληψία, η σκιά παραμένει. Και στη Δικαιοσύνη, η σκιά είναι αρκετή για να διαβρώσει την εμπιστοσύνη.
Η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη, αντί να αντιληφθεί το βάθος της κρίσης εμπιστοσύνης, επιλέγει τη σιωπή ή τις γενικόλογες αναφορές σε θεσμικό σεβασμό. Όμως η κρίση δεν είναι θεωρητική. Είναι απτή και συσσωρευμένη. Από τα «χρυσά διαβατήρια» μέχρι το «μαύρο βαν», από τον Συνεργατισμό μέχρι το τερματικό στο Βασιλικό, η αίσθηση που κυριαρχεί είναι ότι κανείς από τους πραγματικά ισχυρούς δεν λογοδοτεί. Η υπόθεση του τερματικού φυσικού αερίου στο Βασιλικό είναι χαρακτηριστική. Ένα έργο που παρουσιάστηκε ως ενεργειακή τομή, κατέληξε σε φιάσκο με την Ευρωπαϊκή Ένωση να απαιτεί επιστροφή δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Ποιος ανέλαβε την πολιτική ευθύνη; Ποιος λογοδότησε για τις παρατυπίες, τις υπερκοστολογήσεις, τις αστοχίες; Κανείς. Η ατιμωρησία έγινε καθεστώς.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ρητορική περί «αποδόμησης» της Νομικής Υπηρεσίας μοιάζει με αντιστροφή της πραγματικότητας. Η κριτική δεν αποδομεί θεσμούς. Η έλλειψη λογοδοσίας το κάνει. Όταν οι πολίτες βλέπουν διαδοχικές υποθέσεις υψηλού προφίλ να καταρρέουν ή να λιμνάζουν, όταν ακούν για καταδίκες της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όταν διαπιστώνουν ότι οι ίδιοι άνθρωποι παραμένουν αμετακίνητοι στις θέσεις τους, τότε η δυσπιστία δεν είναι προϊόν λαϊκισμού. Είναι προϊόν εμπειρίας.
Η κυβέρνηση του Νίκου Χριστοδουλίδη είχε την ευκαιρία να σηματοδοτήσει μια ρήξη με το παρελθόν. Να θέσει ζητήματα θεσμικής ανανέωσης, διαχωρισμού ρόλων, ενίσχυσης της ανεξαρτησίας και της λογοδοσίας. Αντί γι’ αυτό, δείχνει να διαχειρίζεται τον κόπρο του Αυγεία στοιβάζοντάς τον σε μια γωνιά, ελπίζοντας ότι ο χρόνος θα αμβλύνει τη δυσοσμία. Η κάθαρση δεν είναι σύνθημα. Είναι προϋπόθεση επιβίωσης της Δημοκρατίας. Και όσο η Νομική Υπηρεσία και η κυβέρνηση επιλέγουν την αμυντική ρητορική αντί της ουσιαστικής λογοδοσίας, τόσο ο κόπρος του Αυγεία θα συσσωρεύεται. Μέχρι τη στιγμή που δεν θα μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από καμία έφεση, καμία διάσκεψη Τύπου και καμία επίκληση θεσμικού σεβασμού.