Λίγη αμφιβολία υπάρχει ότι οι Βρετανικές κυρίαρχες Βάσεις στο έδαφος ενός ανεξάρτητου κράτους αποτελούν μια πολιτική ανωμαλία, κατάλοιπο της αποικιοκρατίας. Μας προέκυψαν και αυτές με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου καθώς οι αποικιοκράτες ήθελαν να κατοχυρώσουν τα στρατηγικά τους συμφέροντά στην περιοχή, σε βάρος όχι μόνο του κυπριακού λαού αλλά και των υπόλοιπων λαών της περιοχής της Μέσης Ανατολής. Είχαν στο μεταξύ υποστεί την ήττα με την κρίση της διώρυγας του Σουέζ και η παρουσία τους στην Κύπρο γινόταν ακόμη πιο ζωτική. Το αποτέλεσμα το βλέπουμε σήμερα με τον πόλεμο των Αμερικανών-Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Μάλιστα παρά τις διαψεύσεις, φαίνεται ότι οι βάσεις χρησιμοποιούνται.
Αν δεν υπήρχαν αυτές οι επικίνδυνες στρατιωτικές βάσεις στο νησί, ασφαλώς δεν θα υπήρχε και εμπλοκή της Κύπρου στον πόλεμο που διεξάγεται αυτή τη στιγμή. Εκτός βεβαίως και αν η σημερινή κυβέρνηση της Κύπρου έχει δώσει το δικαίωμα χρήσης του εδάφους της από τους Αμερικανούς και το Ισραήλ. Που μπορεί να μη είναι απευθείας στρατιωτικές επιχειρήσεις από αυτό αλλά άλλης φύσεως διευκολύνσεις.
Οι Βρετανοί δεν διαθέτουν μόνο δύο κυρίαρχες βάσεις στην Κύπρο, αυτές του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας αλλά στην πράξη και στρατιωτικές διευκολύνσεις στο σύνολο του κυπριακού εδάφους. Αυτές για παράδειγμα αφορούν τη χρήση του οδικού δικτύου της Κυπριακής Δημοκρατίας για μετακινήσεις στρατιωτικών οχημάτων, προσωπικού και εξοπλισμού μεταξύ των δύο βάσεων αλλά και χώρους διεξαγωγής στρατιωτικών ασκήσεων και εγκατάσταση εξοπλισμού εκτός των βάσεων, όπως είναι το ραντάρ του Τροόδους. Πλήρης δηλαδή καταπάτηση της κυριαρχίας της Κύπρου. Να σημειώσουμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που οι βρετανικές βάσεις χρησιμοποιούνται για επιχειρήσεις εναντίον των λαών της περιοχής. Είναι επίσης γνωστόν ότι διευκόλυναν ακόμη και τα τουρκικά σχέδια εναντίον του νησιού. Δεν ξεχνά δε κανείς ότι με το σχέδιο Ανάν διεκδικούσαν ακόμη και ΑΟΖ.
Η Κύπρος είναι η δεύτερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τη Ισπανία που στεγάζει βρετανικές βάσεις, κατάλοιπα του αποικισμού. Στην Ισπανία οι Βρετανοί κατέχουν το Γιβραλτάρ. Κατά καιρούς έγινε λόγος για τις οικονομικές δυσκολίες της Βρετανίας για την διατήρηση αυτών των βάσεων και της στήριξης που ενδεχομένως έτυχε για την διατήρησή τους από τις ΗΠΑ, με αντάλλαγμα τη χρησιμοποίησή τους για τους αμερικανικούς στρατιωτικούς σχεδιασμούς στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Δυστυχώς η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αμφισβήτησε ως θα έπρεπε την νομιμότητα των βρετανικών βάσεων. Μάλιστα μετά την νομική νίκη του Μαυρικίου για τις βρετανικές βάσεις σε αυτή τη χώρα, έχει δημιουργηθεί ένα νομικό προηγούμενο για την αμφισβήτηση των βρετανικών βάσεων και από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για τον Μαυρίκιο είναι ιστορική καθότι αναφέρει ότι «η αποαποικιοποίηση στον Μαυρίκιο, δεν διενεργήθηκε νόμιμα και ως εκ τούτου η Βρετανία πρέπει να αποχωρήσει το συντομότερο δυνατόν» από τις βάσεις που κατέχει στη χώρα αυτή και το Αρχιπέλαγος Τσάγκος. Στην αγόρευση-παρέμβαση που έκανε τότε ενώπιον του του Δικαστηρίου, εκπροσωπώντας την Κυπριακή Δημοκρατία, ο τότε Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης, είχε διατυπώσει τη θέση ότι το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση είναι το ίδιο αναφαίρετο όπως και η κυριαρχία ενός κράτους, σημειώνοντας ότι η αποικιοκρατία αποτελεί παραβίαση του διεθνούς δικαίου και του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Ο Κώστας Κληρίδης που χειρίστηκε το θέμα Μαυρικίου, έχει επισημάνει με σαφήνεια την εβδομάδα που μας πέρασε, ότι η Κυπριακή Δημοκρατία όφειλε ήδη να έχει θέσει σε τροχιά διαπραγμάτευσης το ζήτημα του καθεστώτος των Βρετανικών Βάσεων. Είναι επομένως καιρός να τεθεί καθαρά θέμα απομάκρυνσης τους από το κυπριακό έδαφος. Η παρουσία ξένων βάσεων στο κυπριακό έδαφος αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο για τον λαό της Κύπρου αλλά φυσικά και για τους λαούς της περιοχής.
Να σημειώσουμε εδώ ότι σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης η Βρετανία είχε αναλάβει την υποχρέωση μιας ετήσιας οικονομικής χορηγίας στην Κυπριακή Δημοκρατία για τη χρήση των βάσεων, την οποίαν όμως διέκοψε μετά την τουρκανταρσία του 1963-΄64 με την δικαιολογία ότι δεν θα επωφελούντο από αυτή και οι Τουρκοκύπριοι. Άλλωστε η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, καθ΄ομολογία ακόμη και βρετανών διπλωματών, προστάτευσε ουσιαστικά τα βρετανικά συμφέροντα, διαιωνίζοντας την αποικιοκρατία σε τμήμα του κυπριακού εδάφους.
Μεγάλη συζήτηση έχει ανοίξει και για την αποστολή των ελληνικών φρεγατών και των πολεμικών αεροπλάνων στην Κύπρο με αφορμή τον πόλεμο εναντίον του Ιράν. Ασφαλώς δεν πρόκειται για αναβίωση του πάλαι ποτέ Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος αλλά για μια συγκυριακή αποστολή στο ευρύτερο πλαίσιο των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η Αθήνα, ενδεχομένως και η Κύπρος, απέναντι στους Αμερικανούς και το Ισραήλ. Εάν πράγματι στόχος είναι η υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι ελληνικές αυτές δυνάμεις θα πρέπει να παραμείνουν στην Κύπρο και μετά την λήξη του πολέμου και να αναληφθεί υπεύθυνα από την Αθήνα η υποχρέωση υπεράσπισης της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι των τουρκικών απειλών. Κάτι που έκανε στη Βουλή των Ελλήνων ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1982, στις 27 Απριλίου. Φαίνεται όμως ότι λίγες ελπίδες υπάρχουν να γίνει κάτι τέτοιο, γνωρίζοντας ποια είναι η εξωτερική πολιτική του σημερινού Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Το πιθανότερο είναι ότι όταν θα λήξει ο πόλεμος οι ελληνικές δυνάμεις, οι γαλλικές και όποιες άλλες ευρωπαϊκές τυχόν μας έρθουν, θα μας εγκαταλείψουν και θα μείνουμε μόνοι με την τουρκική κατοχή και την τουρκική στρατιωτική παρουσία στο νησί.
Όσο αφορά τον πόλεμο εναντίον του Ιράν, υποθέσεις για την έκβαση του και την επόμενη μέρα ακούονται πολλές, αλλά όλοι οι σοβαροί αναλυτές προειδοποιούν ότι η εξέλιξη του είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί.
Συμπερασματικά είναι η ώρα να τεθεί το θέμα της κατάργησης των βρετανικών βάσεων αλλά ταυτόχρονα να σταματήσει και η όποια παροχή στρατιωτικών διευκολύνσεων στους Αμερικανούς και το Ισραήλ. Η εμπλοκή της Ελλάδας και της Κύπρου σε στρατιωτικές ενέργειες εναντίον άλλων λαών από το έδαφός τους, έστω και αν δεν είναι απευθείας στρατιωτικές επιχειρήσεις, αποτελεί ένα θανάσιμο κίνδυνο και για τις δύο χώρες. Είναι η ώρα της επαναχάραξης μιας διαφορετικής εξωτερικής πολιτικής.
*Πανεπιστημιακός, stephanos.constantinides@gmail.com