Συνάντησα την προγιαγιά στην εσωτερική σκάλα προς τον πρώτο όροφο των κυβερνητικών γραφείων. Που αθέατη θα μείνει και σήμερα Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, όπως αθέατη είναι κάθε μέρα. Μαύρα ρούχα και άσπρα μαλλιά, ξεχτένιστα από τον δυνατό αέρα που φυσούσε έξω. Το πρόσωπό της γεμάτο με κάθετες και οριζόντιες ρυτίδες που συναντώνται σε έρημα και αδιέξοδα σταυροδρόμια. Ανέβαινε αγκομαχώντας και σταματούσε για ξεκούραση σε κάθε σκαλοπάτι. «Πέρσι έκαμα εγχείρηση καρδιάς» θεώρησε καλό να μου εξηγήσει.
Η σκάλα είναι στενή, η γυναίκα είναι δυσκίνητη κι έτσι έμεινα πίσω της περιμένοντας να φτάσει στο κεφαλόσκαλο. Καθίσαμε ύστερα στο παγκάκι περιμένοντας τη σειρά μας. Μου είπε ότι στα 12 της χρόνια έκαψε τη τσάντα με τα σχολικά βιβλία της «για να μην τα βλέπει και να μαραζώνει». Και ότι στα έξι χρόνια δημοτικού «δεν φοίτησε ούτε έξι μήνες» γιατί έπρεπε να βοηθά τους γονείς της στα χωράφια. «Αγαπούσα πολύ τα γράμματα, αλλά ήμουν αναγκασμένη να τα στερηθώ», αναστέναξε. Προφανώς ένιωσε την ανάγκη να καταστρέψει το «σχολείο» της που αγαπούσε τόσο πολύ για ν’ απελευθερωθεί από την άκυρη και μάταιη επιθυμία να το έχει…
Μου είπε ότι θέλει να πουλήσει το σπίτι της ελπίζοντας ότι θα «πιάσει» καλή τιμή κα μου εκμυστηρεύτηκε ότι από τότε που πέθανε ο άντρας της πριν δυο χρόνια, το σπίτι έγινε πεδίο μάχης γιατί οι τρεις γιοι της θέλουν το μερίδιό τους και τα έχουν ο ένας με τον άλλο και όλοι μαζί με τη μάνα τους. «Παντρεύτηκαν όλοι και έχουν τις δικές τους οικογένειες και ο ένας θέλει να αλλάξει αυτοκίνητο, ο άλλος θέλει να σπουδάσει τα παιδιά του και ο τρίτος θέλει να πληρώσει τα χρέη του» με πληροφόρησε. «Εσύ τι θέλεις κυρία;» τη ρώτησα και με κοίταξε ξαφνιασμένη για την… απρεπή μου ερώτηση. «Εγώ τι να θέλω; Ό,τι θέλουν εκείνοι!» ψιθύρισε.