Χθες ήταν η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. Στα μέσα της περασμένης εβδομάδας, ρώτησα την φίλη και συνεργάτιδα στις εκπομπές μου, Βίβιαν Αβρααμίδου Πλούμπη, συγγραφέα και στατιστικολόγο, πρόσφυγα από την Αμμόχωστο, προσωρινά στην Πράγα, εάν θα αναφερθεί στην Γυναίκα.
Κοφτή η απάντησή της στο πόνημα που μου έστειλε να μεταδώσω:
Όχι, δεν θα μιλήσω γυναίκες. Όχι γιατί δεν υπάρχουν λόγοι. Υπάρχουν πολλοί και σοβαροί μάλιστα. Δεν θέλω, όμως, να μιλήσω επετειακά.
Δεν πιστεύω στους «αδύναμους» και στους «δυνατούς» ως μόνιμες κατηγορίες ανθρώπων. Οι ρόλοι μετακινούνται. Όλοι μπορεί κάποια στιγμή, να βρεθούμε στη θέση όπου τα πράγματα δεν είναι ισότιμα – σε προσωπικό, κοινωνικό ή ιστορικό επίπεδο. Ίσως με διαφορετική ένταση· όχι όμως με διαφορετική ουσία.
Με ενοχλεί βαθιά το άδικο.
Σε μια παρουσίαση του μυθιστορήματός μου με τίτλο «Γκαίρλιτς», ο Καθηγητής Συγκριτικής Φιλολογίας Δημήτρης Καργιώτης είπε κάτι που τότε δεν επεξεργάστηκα όπως έπρεπε:
Ότι στα βιβλία μου επιστρέφει διαρκώς το ζήτημα της Δικαιοσύνης Κι ότι οι ιστορίες μου, ακόμη κι όταν δεν το διακηρύσσουν, περιστρέφονται γύρω από την ιστορική αδικία και την ανθρώπινη απόκριση σε αυτήν.
Όχι γύρω από την Ιστορία ως γεγονότα, αλλά γύρω από το πώς τα γεγονότα εγγράφονται στο σώμα και στη συνείδηση των ανθρώπων.
Δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Εκ των υστέρων, το αναγνωρίζω.
Οι ιστορίες που με έλκουν έχουν σχεδόν πάντα μέσα τους μια στιγμή όπου τα πράγματα δεν κατανέμονται ισότιμα. Όπου κάποιος καλείται να κινηθεί μέσα σε όρια που δεν έθεσε ο ίδιος.
Και τότε τίθεται το ερώτημα: Τι κάνει; Υπομένει; Αντιδρά; Συγχωρεί; Επιμένει;
Η δική μου αγωνία συνοψίζεται σε κάτι απλό – όχι θεωρητικά, αλλά πρακτικά: πώς στέκομαι μπροστά στην αδικία;
Αυτό που με απασχολεί περισσότερο και από την ίδια την ανισορροπία, είναι η στήριξή της. Η ευκολία με την οποία τη δικαιολογούμε. Η ευκολία να τη βαφτίζουμε «κανονικότητα» και να τη θεωρούμε αναπόφευκτη.
Αν η ανισότητα είναι γεγονός, η αποδοχή της είναι στάση. Κι εκεί, ως πολίτης, αναρωτιέμαι τι δυνατότητες έχω; Όχι πολλές. Αλλά καθοριστικές. Μπορώ να μην την προσπεράσω. Μπορώ να μην την εξωραΐσω. Να μην πω «έτσι είναι τα πράγματα». Μπορώ να επιμένω να την κατονομάζω και να αρνούμαι να τη συνηθίσω.
Δεν θέλω να μιλήσω για «τη γυναίκα» ως έννοια. Ούτε για ταυτότητες ή κατηγορίες. Αλλά, για τη στιγμή που κάποιος φαίνεται να μικραίνει, ή να τον μικραίνουν οι συνθήκες, και για τη δική μας ευθύνη να μη συνηθίσουμε αυτή τη σμίκρυνση.
Αν η δική μου φωνή τυχαίνει να είναι γυναικεία, αυτό είναι ένα δεδομένο, όχι όμως το επιχείρημά μου. Κάθε φωνή είναι πάντα ένας τρόπος αποκατάστασης ισορροπίας. Όχι εκδίκησης. Όχι επικράτησης. Ισορροπίας. Δεν νικά όποιος μιλάει.
Αρνείται, όμως τουλάχιστον να δεχτεί την ανισορροπία ως φυσικό νόμο.
Έτσι, αν κάτι μπορώ να κάνω, είναι να γράφω μικρές ιστορίες. Που λειτουργούν ως παραδείγματα. Να τις μοιράζομαι όπου μπορώ, μιλώντας για την αδικία και τη ντροπή που τη συνοδεύει.
Δεν έχω άλλον τρόπο. Αυτόν έχω. Και μέσα από αυτόν προσπαθώ να μη συνηθίζω.
(*) Ελαχίστη τιμή, εκτίμησης μεγάλης, ο στίχος του Διονύση Σαββόπουλου που είναι στον τίτλο της στήλης.