Γνώρισα την Βίβιαν Αβρααμίδου – Πλούμπη πριν από περίπου 4 χρόνια, στην παρουσίαση του βιβλίου της «Της Ντροπής – 73 μικρές βαρωσιώτικες ιστορίες», εκδόσεις Μελάνι.

Αμμόχωστος. Όπου μετακόμισε η Λεμεσιανή μητέρα μου με τα αδέρφια της, καθώς η γιαγιά μου η Εύα Κουδουνάρη, μετατέθηκε από τη NAAFI Λεμεσού στο Βαρώσι.

Εκεί, βρέθηκε σε ένα ταξίδι-αστραπή ο πατέρας μου από την Αλεξάνδρεια, της Αιγύπτου, για να ιδεί τη μάνα του (ο μπαμπάς του, Χρήστος, ήταν στην Αλεξάνδρεια μάγειρας) και τις δύο αδελφές του. Μέσω αυτών, γνώρισε τη μαμά.

Ερωτεύτηκαν αστραπιαία, την παντρεύτηκε στο άψε-σβήσε και την πήρε κι έφυγαν για την Αφρική (Ροδεσία, τώρα Ζιμπάμπουε), όπου και γεννήθηκε και μεγάλωσε ο … ανταποκριτής σας τώρα, από την Αθήνα. Που και αυτός, «έπεσε» σε Κυπριοπούλα! Μοίρα;

Λοιπόν, μετά από όλον αυτόν τον «γύρο», επιστρέφω στο προχθές.  Όπου κάθε Τρίτη, η συγγραφέας και στατιστικολόγος Βίβιαν, που εδώ και χρόνια ζει στην Πράγα, μέχρι –λέει– να ελευθερωθεί η Κύπρος και να επιστρέψει στο σπίτι της, στην έρημη ακόμα πόλη της, γράφει και εκφωνεί τη Σκέψη της Ημέρας. 

Όταν διάβασα το κείμενο πριν μπω στο στούντιο, συγκλονίστηκα. Ο τίτλος ήταν «Ετοιμάζομαι να πάω ξανά!».

Με την άδειά της, ελπίζω, μιας και ήδη έχει «κυκλοφορήσει» και γραπτώς και με ήχο στην Ελλάδα, μέσω του ertecho.gr, την παραθέτω αυτούσια στη στήλη μας:

«Ετοιμάζομαι να πάω ξανά. Αυτή τη φορά όχι με ανθρώπους που έζησαν στην Αμμόχωστο, αλλά με το σόι του άντρα μου. Με τους κουμπάρους μας, με τα βαφτιστήρια μας. Κανείς τους δεν έχει προσωπική μνήμη από εκεί. Το μόνο που τους συνδέει με την πόλη είμαι εγώ. Εγώ που μπήκα στη ζωή τους μετά το 1974, κουβαλώντας όμως πάντα την πόλη ζωντανή μέσα μου.

Εγώ το πρότεινα. Όπως τότε. Τότε που έβαλα σκοπό να πείσω τον πατέρα, τον νονό και τη θεία μου να πάμε στην κατεχόμενη πόλη. Ήταν ήδη και οι τρεις σε μεγάλη ηλικία. Από τότε που η Τουρκία επέτρεψε την επίσκεψη σε μόλις δυο δρόμους της περίκλειστης πόλης, δεν είχαν ξαναπάει. Απέφευγαν να μιλούν για αυτό το ενδεχόμενο. Δεν ήξερα αν δεν μπορούσαν ή αν δεν ήθελαν.

Για να τους πείσω, επικαλέστηκα κάτι πρακτικό: Tα μικρά ηλεκτρικά αυτοκινητάκια που είχαν βάλει οι κατοχικοί, για να γυρνά κανείς στους δύο δρόμους χωρίς να κουράζεται. Έκανα την επίσκεψη να μοιάζει τεχνικά εύκολη. Σαν να μπορούσε ποτέ να είναι εύκολη.

Δέχθηκαν.

Στη διάρκεια της επίσκεψης (πρωί-πρωί, με ελάχιστο κόσμο ακόμα να βρίσκεται στην εγκαταλειμμένη πόλη) η μόνη φωνή που αντηχούσε στα κουφάρια των σπιτιών μας, ήταν η δική μου. Μιλούσα δυνατά κι απευθυνόμουν στους δικούς μου: “Θυμάστε αυτό εδώ; Ήταν η καφετέρια που συχνάζαμε. Εδώ το κατάστημα που δούλευες, θεία. Κι από δω, έναν δρόμο πιο μέσα, το σπίτι μας”.

Εκείνοι μιλούσαν ελάχιστα. Ίσως και να μιλούσαν περισσότερο απ’ όσο άκουγα. Ίσως η σιωπή να ήταν πιο δυνατή από κάθε λέξη.

Θυμάμαι το τραπέζι μετά, στην παλιά πόλη, πίσω από τα ενετικά τείχη. Καλοκαίρι. Ζέστη αφόρητη. Και τον νονό μου με σκούρο κοστούμι και μαύρη γραβάτα, στους σαράντα βαθμούς. Σαν να είχαμε πάει σε κηδεία.

Τι τους έκανα, Θεέ μου…

Από εκείνη τη μέρα με ακολουθεί αυτή η έγνοια. Ένα μεγάλο ερώτημα. Έπρεπε να επιμείνω; Τους βοήθησα να κλείσουν ένα κύκλο στη ζωή τους; Ή τους άνοιξα μια πληγή που είχαν μάθει να κρατούν κλειστή; Τους έδωσα κάτι; Ή απλώς μετέφερα βάρος;

Στο μεταξύ, ο νονός έφυγε από τη ζωή. Δεν μιλήσαμε ποτέ για εκείνη τη μέρα. Δεν ξέρω πώς γράφτηκε μέσα του εκείνη η διαδρομή. Μήπως ήταν μια δοκιμασία που μου έκανε τη χάρη να αντέξει;

Και τώρα, χωρίς να έχω απαντήσει τίποτα από αυτά, ετοιμάζομαι να κάνω το ίδιο. Να πάρω ανθρώπους που αγαπώ και να τους οδηγήσω σε έναν τόπο ντροπής. Όχι για να με λυπηθούν. Όχι για να δουν “το δικό μου δράμα”. Αλλά γιατί πιστεύω χρειάζεται να βάζουμε το δάχτυλο επί τον τύπο των ήλων. Ότι η ιστορία δεν είναι κεφάλαιο σε βιβλίο, αλλά δρόμος που περπατιέται. Ότι πρέπει να δεις πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν σταματά να είναι άνθρωπος.

Κι όμως, κάθε φορά που το κάνω, η αμφιβολία επιστρέφει. Μπορείς να μεταδώσεις συνείδηση; Ή η συνείδηση δεν διδάσκεται, μόνο γεννιέται; Μπορεί ένας τόπος να μιλήσει μόνος του; Ή χρειάζεται να του φορτώσεις το δικό σου βλέμμα;

Δεν ξέρω.

Ξέρω μόνο ότι, παρ’ όλο που δεν έχω απαντήσει στο ερώτημα από τότε που γύρισα με τον πατέρα, τον νονό και τη θεία, ετοιμάζομαι ξανά να ανοίξω τον ίδιο δρόμο για άλλους».

> Η φωτό είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου, με Βαρωσιώτες να βλέπουν από απόσταση, τόσο μικρή, μα τόσο μεγάλη, τη πόλη τους!