Η κυπριακή κοινωνία έζησε για δεκαετίες με μια βαριά σιωπή. Όχι μόνο για την εισβολή του 1974, αλλά και για ένα από τα πιο σκοτεινά της εγκλήματα. Τους βιασμούς γυναικών. Ένα τραύμα που δεν καταγράφηκε όσο έπρεπε, δεν ειπώθηκε όσο έπρεπε, δεν αναγνωρίστηκε όσο όφειλε η πολιτεία και η διεθνής κοινότητα. Και ίσως αυτή η λήθη να είναι το δεύτερο έγκλημα μετά το ίδιο το γεγονός.
Οι περίπου 700 καταγεγραμμένες περιπτώσεις δεν είναι παρά η κορυφή ενός παγόβουνου. Πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν ζωές που διαλύθηκαν, γυναίκες που έζησαν με τον φόβο, τη ντροπή και το κοινωνικό στίγμα. Πολλές δεν μίλησαν ποτέ. Όχι γιατί δεν ήθελαν δικαιοσύνη, αλλά γιατί η κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να τις ακούσει. Σε μια πατριαρχική πραγματικότητα, το θύμα συχνά κουβαλούσε το βάρος του εγκλήματος περισσότερο από τον ίδιο τον θύτη.
Η πρωτοβουλία του ευρωβουλευτή Λουκά Φουρλά και η πρόσφατη έκθεση της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έρχεται να ταράξει αυτή τη σιωπή. Δεν πρόκειται για ένα ακόμη θεσμικό κείμενο. Πρόκειται για μια πράξη αναγνώρισης, μια καθυστερημένη αλλά αναγκαία επιβεβαίωση ότι αυτά τα εγκλήματα υπήρξαν και δεν μπορούν να παραμείνουν στο περιθώριο της ιστορίας. Το γεγονός ότι η έκθεση παραδόθηκε στον Αντόνιο Γκουτέρες προσδίδει διεθνή διάσταση σε ένα ζήτημα που για χρόνια θεωρείτο «εσωτερικό» ή ακόμη χειρότερα «ευαίσθητο».
Αυτό που καθιστά την έκθεση ιδιαίτερα σημαντική είναι ότι αναδεικνύει τον συστηματικό χαρακτήρα της βίας. Ο βιασμός δεν παρουσιάζεται ως μεμονωμένη εκτροπή, αλλά ως εργαλείο πολέμου και εκφοβισμού. Ως μέσο ταπείνωσης, ελέγχου και διάλυσης της κοινωνικής συνοχής. Αυτή η διαπίστωση δεν αφορά μόνο το παρελθόν, συνδέει την Κύπρο με μια ευρύτερη παγκόσμια πραγματικότητα, όπου η σεξουαλική βία χρησιμοποιείται σε συγκρούσεις ως στρατηγική.
Παράλληλα, η έκθεση φωτίζει και μια άλλη πτυχή. Τις πολλαπλές μορφές τραύματος που βίωσαν οι γυναίκες. Δεν ήταν μόνο τα θύματα βιασμού. Ήταν οι πρόσφυγες, οι χήρες, οι γυναίκες των αγνοουμένων, οι εγκλωβισμένες. Όλες κουβάλησαν διαφορετικές εκδοχές της ίδιας καταστροφής. Και σχεδόν όλες βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια κοινωνία που ζητούσε σιωπή αντί για αλήθεια.
Η αναγνώριση, όμως, δεν αρκεί αν δεν συνοδεύεται από πράξεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σήμερα μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να μετατρέψει αυτή την έκθεση σε πολιτική. Ένα ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα είναι ένα σημαντικό βήμα, αλλά όχι το τέλος της διαδρομής. Απαιτείται πίεση για λογοδοσία, στήριξη των επιζωσών και ενσωμάτωση αυτής της ιστορίας στη συλλογική ευρωπαϊκή μνήμη.
Για την Κύπρο, το ζήτημα είναι ακόμη πιο βαθύ. Η αναγνώριση αυτών των εγκλημάτων δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά και το μέλλον. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική συμφιλίωση χωρίς αλήθεια. Δεν μπορεί να υπάρξει επούλωση χωρίς δικαιοσύνη. Και δεν μπορεί να υπάρξει αξιοπρέπεια χωρίς μνήμη.
Η κοινωνία οφείλει επιτέλους να ακούσει αυτές τις γυναίκες. Όχι με οίκτο, αλλά με σεβασμό. Όχι ως σύμβολα, αλλά ως ανθρώπους. Η σιωπή που τις περιέβαλλε για δεκαετίες δεν ήταν ουδέτερη. Ήταν συνενοχή. Το στοίχημα σήμερα είναι να μετατραπεί η καθυστερημένη αυτή αφύπνιση σε μια διαρκή δέσμευση. Σε μια δέσμευση ότι κανένα τέτοιο έγκλημα δεν θα ξεχαστεί ξανά.
panayiota.charalambous@phileleftheros.com