Ο Ανδρέας Καραγιάν θα ξαναζούσε την ίδια ζωή. Μια ζωή όπου κάποιος μπορεί να είναι πολλά πράγματα μαζί κι όχι μόνο να μην απολογείται αλλά αυτό να αποτελεί και την υπερδύναμή του.

Ζωγράφισε. Φωτογράφισε. Έγραψε βιβλία. Έπαιξε μουσική. Φύτεψε δέντρα. Υιοθέτησε παιδιά. Ερωτεύτηκε και αγαπήθηκε. Περιέθαλψε και φρόντισε ζώα. Πρωτοστάτησε. Διεκδίκησε. Τα έζησε όλα κι όλα έγιναν όπως πρέπει.

Έμαθε να ζει με τις αντιφάσεις του και να χορεύει με λεπτότητα ανάμεσά τους. Πληθωρικός και ταυτόχρονα εσωτερικός, τρυφερός και αιχμηρός, διεκδικητικός με τρόπο που δεν ακύρωνε την ευγένεια. Μπορούσε να γίνει προβοκάτορας όταν έκρινε ότι το απαιτούσε η περίσταση. Αυτή η ένταση ήταν και η πρώτη ύλη του δημιουργικού του οίστρου. Αγάπησε τα σκοτάδια του. Τα κοίταξε κατάματα και τα μετέτρεψε σε εικόνες, λόγο, δράση.

Η πρώτη πράξη της ενηλικίωσης γράφεται με έρωτες. Έρωτες βαθιοί, καθοριστικοί, η πρώτη του σύζυγος, η επονομαζόμενη «Ελεονώρα», βράχος και πυξίδα του για χρόνια. Έζησε, όπως έλεγε, «προπαρασκευασμένος να ερωτευτεί». Κι έζησε τον έρωτα σε όλες του τις εκφάνσεις. Η σεξουαλικότητα, το σώμα, η επιθυμία ήταν πεδία αλήθειας. Μιας αλήθειας που υπερασπίστηκε χωρίς να λογαριάζει κόστος, πολύ πριν γίνει αυτονόητη.

Η πρώτη του έκθεση στο νησί, το 1979, με το ανδρικό γυμνό στο επίκεντρο, ήταν μια δήλωση. Σε μια Κύπρο που ακόμη δίωκε ποινικά την ομοφυλοφιλία, έφερνε το «απαγορευμένο» στο φως, διεκδικώντας ζωτικό χώρο για την τέχνη του και για την ίδια του την ύπαρξη. Οι αντιδράσεις ήταν έντονες, σχεδόν αναμενόμενες. Εκείνος όμως δεν υποχώρησε. Αντίθετα, είδε μέσα σε αυτή τη σύγκρουση κάτι σχεδόν ρομαντικό: την ευκαιρία να σταθεί απέναντι στην κοινωνία και να την αναγκάσει να κοιταχτεί στον καθρέφτη.

Λάδι σε καμβά, 1978.

Αθόρυβα και δεξιοτεχνικά, συμμετείχε στις πρώτες δημόσιες συζητήσεις για την ομοφυλοφιλία, συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός λόγου που μέχρι τότε απουσίαζε, άνοιξε δρόμους που άλλοι θα περπατούσαν πολύ αργότερα και μάλλον εκ του ασφαλούς.

Η καλλιτεχνική του πορεία, με κορύφωση την αυτοβιογραφική πενταλογία του, ακολούθησε αυτή τη βαθιά ανάγκη να αφηγηθεί τον εαυτό του, χωρίς ωραιοποιήσεις. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που μεταπλάθεται ανάλογα με τα πολιτικά κινήματα της εποχής, προσπαθεί να βρει την ταυτότητά του μέσα από τον έρωτα και την τέχνη και ζει τον καιρό του. Εκεί συναντά κανείς το ίδιο βλέμμα: διεισδυτικό, ανήσυχο, αλλά και γεμάτο τρυφερότητα.

© Γιώργος Σαββινίδης

«Θέλω να τονίσω ότι δεν πρόκειται για ημερολόγιο, αλλά για μυθιστορία. Ο αφηγητής έχει το δικαίωμα να λάβει τις δικές του αποφάσεις. Είναι μια μυθική αυτοβιογραφία με φόντο την Ευρώπη του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Όλα είναι αληθινά αλλά και όλα είναι παραμύθι». Το πιο καθοριστικό στοιχείο του έργου του είναι εκείνη η αίσθηση ελευθερίας που δεν διακηρύσσεται, αλλά βιώνεται με αυτοπεποίθηση.

Πριν την πρώτη του έκθεση στο νησί, είχε την ιδέα να γράψει το πρώτο του κείμενο. Το πήγε στον Χριστάκη Κατσαμπά και κέρδισε μια στήλη στον Φιλελεύθερο, που αποτέλεσε το δεύτερο σπίτι του από το 1978 μέχρι το 2004.

Η παρουσία του στο Βερολίνο, ακριβώς την κοσμοϊστορική στιγμή που έπεφτε το Τείχος το 1989, πέρα από πολιτικό γεγονός, αποτέλεσε μια εμπειρία μετάβασης. Είναι μια εικόνα που συνοψίζει κάτι βαθύτερο: την έλξη του προς τις μεταβάσεις, τις ρωγμές, τις ανατροπές, τα σημεία όπου ο κόσμος μετατοπίζεται. Δεν φοβόταν τις αλλαγές· τις αποζητούσε. Μέσα σ’ αυτές ξαναέβρισκε και επανεφεύρισκε τον εαυτό του. Κατά κάποιο τρόπο είχε γίνει ο ανταποκριτής του «Φ» στο Βερολίνο. Με τη μηχανή στο χέρι καταγράφει, όχι ως ουδέτερος παρατηρητής, αλλά ως ψηφίδα του ίδιου του γεγονότος.

Στο Βερολίνο το 1989.

Επαναλάμβανε ότι η ζωή του είχε τη δομή μιας γκραν όπερας, με οβερτούρα λυρική, πράξεις γεμάτες εντάσεις, διακυμάνσεις, μελόδραμα και συγκινήσεις και μια διαρκή εναλλαγή φωτός και σκιάς. Ξεκίνησε ένα χειμωνιάτικο ξημέρωμα του 1943, από μια δύσκολη γέννα που οδήγησε τη Μαρωνίτισσα μητέρα του να τον τάξει στον Απόστολο Ανδρέα.

Ο ίδιος ανακαλούσε τη Λευκωσία μιας άλλης εποχής, μια «μπελ επόκ» με κοσμοπολίτικη αύρα, όπου η καλλονή Καρμέλα, τολμηρή και αριστοκρατική, που ποιητές εκθείαζαν το λευκό της δέρμα, διαμόρφωνε ένα περιβάλλον φινέτσας και επιθυμίας. Το καπελάδικό της, γεμάτο από την αφρόκρεμα της εποχής, γίνεται το πρώτο του θέατρο. Από την άλλη, ο πατέρας -ή οι πατέρες- μια φιγούρα διττή, δραματουργική: ο αρμενικής καταγωγής κοσμοπολίτης Αλεξανδρινός Τζων Καραγιάν και ο γιατρός Νίκος Θεοφανίδης, εγκλωβισμένοι σ’ ένα ιψενικό τρίγωνο που καθόρισε τη ζωή όλων.

Η αποκάλυψη της αλήθειας για τον βιολογικό του πατέρα έγινε μέρος της μυθολογίας του. Από νωρίς μαθαίνει πως η ταυτότητα δεν είναι δεδομένη, αλλά κάτι ρευστό που αναθεωρείται ή διεκδικείται. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η μουσική μπαίνει σαν υπόκρουση. Οι πρώτες όπερες που βλέπει ως παιδί, οι ώρες στο πιάνο, η αίσθηση ότι εκεί, μπροστά στα πλήκτρα, αγγίζει κάτι σχεδόν μεταφυσικό. Αργότερα, στο διαμέρισμα του Στροβόλου, το πιάνο παρέμεινε σταθερό σημείο αναφοράς, μια ιδιωτική τελετουργία.

Κατόπιν παρότρυνσης της αυστηρής Καρμέλας, πέρασε στην Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πήρε το δίπλωμά του το 1967. Ωστόσο, «δεν έκανα τίποτα με γνώμονα τον βιοπορισμό. Αν μ’ ενδιέφερε μόνο αυτό, θα έμενα γιατρός, θα ήμουν παντρεμένος με μια πλούσια γυναίκα και θα είχα τις κλινικές μου. Τα απέρριψα όλα. Πήρα το πτυχίο στη γενική ιατρική και το παρέδωσα στη μάνα μου να το καδρώσει».

O Ανδρέας Καραγιάν σε παιδική ηλικία, τη δεκαετία του ’50, έξω από το σπίτι του στην οδό Ουζουνιάν, στη Λευκωσία.

Στο Λονδίνο έζησε την ερωτική επανάσταση, με τα παιδιά των λουλουδιών. Ήταν τότε της μόδας τα κοινόβια και υπήρχε ένας διάχυτος ερωτισμός. Στην Αλεξάνδρεια είδε την πόλη να ελίσσεται μέσα απ’ τα δικά της μυστήρια. Την έζησε σε όλες τις εκφάνσεις της, άλλοτε γεμάτη τρυφερότητα κι άλλοτε γεμάτη κυνισμό. Μέσα από τα μάτια μιας αλεξανδρινής οικογένειας μωαμεθανών, είδε πολλές αλήθειες και έσπασε προκαταλήψεις θρησκευτικές, φυλετικές.

Η αείμνηστη Νίκη Μαραγκού αποτέλεσε από τότε μια καθοριστική παρουσία, μια σχέση καθημερινής δημιουργίας και έμπνευσης, γεμάτη ακουαρέλες, σχέδια, συζητήσεις. «Από αυτήν πηγάζουν όλα τα καλά στη ζωή μου» έλεγε πάντα.

Το σχέδιο για τον ίδιο ήταν η βάση για τα πάντα. Αργότερα ήρθαν και τα ναυτάκια που έγιναν σημείο αναφοράς και τού έδωσαν την οικονομική ευχέρεια να ζήσει αξιοπρεπώς. Λάτρευε τη δουλειά του Γιάννη Τσαρούχη, αλλά κρατούσε αποστάσεις απ’ αυτή για να μην τον επηρεάσει. Προς το τέλος της ζωής του κορυφαίου ζωγράφου γνωρίστηκαν στην γκαλερί Ώρα.

«Είχε σταθεί μπροστά στο μεγάλο έργο που είχα κάνει με τους ναύτες- εκείνο που πωλήθηκε αργότερα στους Bonhams για 30 χιλιάδες λίρες και είχε γραφτεί ότι έβαλε την Κύπρο στη διεθνή αγορά τέχνης. ‘Δάσκαλε, κάποιοι λένε ότι οι ναύτες μου μοιάζουν με τους δικούς σας’ του είπα. ‘Όχι, κύριε Καραγιάν. Οι δικοί μου είναι Αθηναίοι. Οι δικοί σας είναι Κύπριοι’ απάντησε».

Με τον Γιάννη Τσαρούχη.

Λάτρευε και φρόντιζε τα ζώα, ιδιαίτερα τις γάτες και επέλεξε μια ζωή που απέφευγε τη βία, ακόμη και στη διατροφή του. Τον χαρακτήριζε μια σχεδόν παιδική ευαισθησία, που συνυπήρχε με μια ανελέητη οξύτητα. Μπορούσε να είναι γλυκομίλητος και την ίδια στιγμή να λέει όσα νιώθει και σκέφτεται χωρίς περιστροφές. Ένα διαρκές αναπετάρισμα ανάμεσα στη σκανδαλιά και τη σοβαρότητα.

«Όταν πάω να γράψω ή όταν αγγίζω το πινέλο μου, δεν είμαι εγώ. Κάτι άλλο εκφράζεται και μέσα από μένα. Με τρομάζει ο λευκός καμβάς και η λευκή σελίδα. Όμως, μόλις, πατήσω το χέρι μου πάνω, κάτι το κινεί. Η δημιουργία είναι μια γέφυρα με το θείο. Ένα κάλεσμα».

Ελεύθερα, 29.3.2026