Τη συνάντησα στον Στρόβολο, στο σπίτι όπου διαμένει τα τελευταία χρόνια με τον διαζευγμένο γιο της, έχοντας εγκαταλείψει το δικό της πατρικό σπίτι σε ορεινό χωριό της Πιτσιλιάς. Σχεδόν ενενήντα χρόνων, μαυροφορεμένη εδώ και καιρό μετά τον θάνατο του άντρα της, με φωνή τσακισμένη, βραχνή, βγαλμένη από το άπατο πηγάδι μιας απέραντης θλίψης. Με πλησίασε περπατώντας με δυσκολία για να μου μιλήσει για την παιδικότητα και την πρώτη νιότη της που …δεν έζησε. Έχοντας πίσω της αμέτρητα μερόνυχτα αγρύπνιας, κούρασης, σκληρής δουλειάς από τα εφτά της χρόνια, όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το δημοτικό σχολείο για να βοηθήσει στο ανάγιωμα των έξι παιδιών του μεγαλύτερου αδελφού της. Την εποχή που οι γυναίκες ήταν σκλάβες στα ορεινά περβόλια και στα ταπεινά σπίτια της γενέτειρας της.

«Ανάλαβα να αναγιώνω τα έξι παιδιά του αδελφού μου, ενώ η μάνα τους έφευγε από το πρωί και πήγαινε στα χωράφια με το γαϊδούρι και τις αίγες… Εφτά χρονών μωρό, έπρεπε να τα κάνω όλα – να πλύνω να μαγειρέψω, να ανηφορίσω για τη βρύση να γεμίζω την πήλινη κούζα με νερό, να το κουβαλώ, να τους πλένω… Στα 17 μου αρχίσαμε με τον πατέρα μου να κτίζουμε το σπίτι μου …εκεί ξεκίνησε ο αγώνας της ΕΟΚΑ. Εγώ μόνο ξέρω τα βάσανα που πέρασα …μάζευα τα τσιακίλια με τα χέρια μου, τραβούσα τα σίδερα, κουβαλούσα τούβλα με το γαϊδούρι να πάω να τα καμινιάσω, ύστερα να τα ξεκαμινιάσω…».

Μου είπε ότι ο πατέρας της έγινε μέλος της ΕΟΚΑ και μετά από παρότρυνσή του ακολούθησαν και τα μεγαλύτερα παιδιά του. «Πηγαίναμε στα κρησφύγετα στα βουνά με τους αδελφούς και τους γαμπρούς μου και κουβαλούσαμε για τους αγωνιστές τρόφιμα, πολεμοφόδια και επιστολές. Συχνά όταν έβγαιναν έξω για ενέδρες, μου φώναζαν και έβγαινα μπροστά με το σκαλιστήρι, τάχα ότι πάω για πότισμα και τους έκανα σύνθημα αν έβλεπα Εγγλέζους…».

Με αίτημα της ΕΟΚΑ φτιάχτηκε κρησφύγετο στο σπίτι-προίκα της. Το ανατίναξαν οι Εγγλέζοι όταν πληροφορήθηκαν ότι η οικογένεια φιλοξενούσε άντρες της ΕΟΚΑ. «Είχαμε προδοθεί από ένα νεαρό παιδί που “έσπασε” στα βασανιστήρια. Τον έφεραν με το ελικόπτερο πάνω από το χωριό και έριξε μια πέτρα πάνω από το σπίτι μου για να τους το δείξει…».

Παρά τις υποσχέσεις, κανένας δεν τους βοήθησε να ξανακτίσουν το σπίτι τους, μετά που τέλειωσε ο αγώνας. «Κάναμε αίτηση στη μητρόπολη και μου έδωσε ένα οικόπεδο στο διπλανό χωριό. Βγάλαμε τους θεμελιούς, κάναμε τον σκελετό και την πρώτη πλάκα, αλλά δεν ήρθε κανένας να βοηθήσει να το τελειώσουμε. Παντρεύτηκα μέσα σε αυτό το μισοτελειωμένο σπίτι…».