Η μέρα είναι μουντή. Σιγή βαριά. Μόνο τα βήματα ακούγονται. Τα παλληκάρια βγαίνουν από το Πάνθεον των Αθανάτων. Οδεύουν προς την πλατεία Ελευθερίας. Το κερί τρεμοσβήνει στο χέρι τους. Στέκονται αμίλητα. Σκυθρωπά. Αγέρωχα. Φοράνε όλοι μαύρα ρούχα. Πίσω τους, η λάμψη του Πανθέου χάνεται.

Αυτή η μέρα μυρίζει μνήμη. Κάθε αναπνοή βαραίνει. Κάθε βήμα κρατάει δεκαετίες. Η καρδιά μου χτυπάει μαζί τους.

Την ίδια ώρα, στα Φυλακισμένα Μνήματα η εικόνα είναι διαφορετική. Πολιτικοί με κοστούμια και ταγέρ στριμώχνονται μπροστά στις κάμερες. Σοβαροθλιμμένοι. Προσπαθούν να πείσουν ότι συμμετέχουν στη θλίψη που προκαλεί ο ιερός χώρος. Τα βλέμματα, όμως, είναι κενά. Η ψυχή τους απούσα. Κάποιοι χαμογελούν για τη φωτογραφία. Βλέπετε, σιμώνουν κι εκλογές… Η υποκρισία δεν μπορεί να κρυφτεί.

Πίσω στους μαυροφορεμένους, ένας ρασοφόρος ανοίγει ένα βιβλίο. Η φωνή του καθαρή. Αργή. Απαιτητική. «Γρηγόρης Αυξεντίου: Μέχρι σήμερα μαθαίνατε πώς πολεμούν οι Έλληνες. Σήμερα θα μάθετε και πώς πεθαίνουν».

Το χώμα πάλλεται. Η ανάσα μου σταματά. Οι νεκροί επιστρέφουν για μια στιγμή. «Κυριάκος Μάτσης: Όχι, δεν παραδίδομαι. Αν θα βγω, θα βγω πυροβολώντας». «Δημητρίου: Δεν με φοβίζει ο θάνατος, γιατί η ζωή είναι περιττή μέσα στη σκλαβιά». «Κουτσόφτας: Οι μόνες λέξεις που μπορούν να ακούσουν οι δυνάστες είναι: Ελευθερία ή θάνατος». «Μαυρομμάτης: Ο γιός σας πέθανε με χαμόγελο. Κράτησε τον όρκο του μέχρι τέλους».

107 ονόματα. 107 αθάνατοι. Ένα παιδί επτά χρονών ανάμεσά τους. Όλοι αντιμετώπισαν τον Χάρο. Με χαμόγελο στα χείλη. Όλοι θυσιάστηκαν για το όνειρο της ένωσης με την Ελλάδα.

Ακολουθεί ξανά σιωπή. Βαριά σαν μολύβι. Η καρδιά μου ραγίζει. «Κι εμείς;», αρχίζει να με ρωτάει βασανιστικά. Η μισή πατρίδα σκλαβωμένη. Η άλλη μισή αδιάφορη. Οι πολιτικοί δοξάζουν θυσίες που δεν καταλαβαίνουν. Οι γενιές ξεχνούν. Η υποκρισία ξεχειλίζει.

Μια αόρατη δύναμη με μεταφέρει ξανά στο χώρο των καλοντυμένων. Δηλώσεις. Κορώνες. Περισσή σοβαροφάνεια. Άπλετη πατριδοκαπηλία. Δοξάζουν θυσίες που δεν καταλαβαίνουν. Η καρδιά μου βαραίνει. Πώς αντέχουν οι ήρωες τόση υποκρισία; Πώς δεν φεύγουν; Πώς δεν φτύνουν αυτούς που καπηλεύονται τη θυσία τους;

Δεν τόλμησα να ρωτήσω. Σεβάστηκα τη σιωπή τους. Και το μεγαλείο της ψυχής τους. Την αιωνιότητα που τους ανήκει. Επιστρέφω στους μαυροφορεμένους. Εκεί όπου η αλήθεια κυριαρχεί. Ο Παπάσταυρος συνεχίζει. Φωνάζει παλληκάρια. Κάθε όνομα και ένας όρκος. Μοιράζει μετάλλια ηρωισμού.

Οι φλόγες τρεμοσβήνουν. Οι σκιές γίνονται γιγάντιες. Ο άνεμος σφυρίζει και γίνεται φωνή: «Μην ξεχάσετε». Τα κεφάλια σκύβουν. Το χώμα μυρίζει θυσία. Κάθε όνομα κι ένα μήνυμα. Κάθε ιστορική αναφορά κι ένα χτύπημα στην ψυχή.

Η υπέροχη μυρωδιά του θάρρους διαχέεται σε ολόκληρο το χώρο. Ακούω τις ανάσες τους. Βαριές. Δυνατές. Ασυγκράτητες. Βλέπω τα μάτια τους να σπινθηροβολούν. Συνεπαρμένος από τη δοξαστική εικόνα, αρχίζω να ψιθυρίζω τους στίχους του Μόντη: «Να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου / να καθαρίσουμε το δικό μας / να μπολιάσουμε το δικό μας».

Χρόνια πολλά τώρα, ξέρω. Αυτό το φως δεν σβήνει. Όσο κι αν η υποκρισία γύρω μας πλημμυρίζει. Κάθε Πρωταπριλιά, αυτοί μου δίνουν δύναμη. Να συνεχίζω. Να ελπίζω. Να θυμάμαι. Να μην ξεχνώ. Η φλόγα της θυσίας τους καίει. Μας θυμίζει ποιοι είμαστε. Ποιοι έπρεπε να γίνουμε. Πώς λοξοδρομήσαμε.

Κάθε βήμα εκείνων των παλληκαριών, μας καλεί να σταθούμε όρθιοι. Να κρατήσουμε ψηλά τη σημαία τους. Και η σιωπή; Η σιωπή τους είναι πιο δυνατή από χίλιες κραυγές.

Η μέρα περνάει. Τα κεριά σβήνουν. Οι ήρωες επιστρέφουν στο Πάνθεον τους. Κι εγώ, φεύγω με δάκρυα στα μάτια. Μονολογώντας: Δεν θα ξεχάσω. Δεν θα προδώσω τις θυσίες. Δεν θα αφήσω την ιστορία να πεθάνει. Αθάνατοι. Για πάντα.