Προς το παρόν, τουλάχιστον, η Ουάσινγκτον έχει κάθε λόγο να αισθάνεται ευτυχής με τη σημερινή ανακοίνωση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ότι αποχωρούν από τον ΟΠΕΚ και τον ΟΠΕΚ+. Για την ακρίβεια, δεν είναι λίγοι εκείνοι που βλέπουν πιθανή ανάμιξη των ΗΠΑ στην κίνηση του Άμπου Ντάμπι, κάτι που, ωστόσο, δεν αποδεικνύεται και συνεπώς, ως συμπέρασμα, παραμένει αυθαίρετο — έστω και αν είναι λογικοφανές.
Άλλωστε, το ζήτημα έχει προϊστορία χρόνων. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν επενδύσει δισεκατομμύρια σε υποδομές και όχι μόνο, προκειμένου να αυξήσουν την παραγωγή τους πέραν των ορίων που τους θέτει ο ΟΠΕΚ —ο πυρήνας των εξαγωγέων πετρελαίου— και κυρίως ο ΟΠΕΚ+, δηλαδή η διευρυμένη μορφή του ΟΠΕΚ με τη συμμετοχή άλλων παικτών, κυριότερα δε της Ρωσίας.
Τα ΗΑΕ, εδώ και χρόνια, συγκρούονται εντός του ΟΠΕΚ, καθώς η πολιτική παραγωγής που ακολουθείται περιορίζει τις ομολογουμένως τεράστιες δυνατότητές τους για εξαγωγές πετρελαίου. Πολύ μεγαλύτερο είναι το θέμα του Άμπου Ντάμπι με τον ΟΠΕΚ+, καθώς είναι τοις πάσι γνωστό ότι εκεί η επίδραση του άξονα Σαουδικής Αραβίας – Ρωσίας καθορίζει εν πολλοίς το παιχνίδι των ποσοστώσεων σε επίπεδα μακράν των συμφερόντων των ΗΑΕ, εν αντιθέσει με τα συμφέροντα του Ριάντ και της Μόσχας.
Η ανακοίνωση του Άμπου Ντάμπι φρέναρε τη συνεχιζόμενη, μέχρι το πρωί, αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Σε μια αγορά που κινείται στη βάση των υπολογισμών και των προσδοκιών, όχι των ποσοτήτων που διατίθενται, η είδηση αναπτέρωσε τις ελπίδες για μια πιο ομαλή διάθεση πετρελαίου. Εάν τα ΗΑΕ δεν δεσμεύονται πλέον από όσα ορίζουν ο ΟΠΕΚ και ο ΟΠΕΚ+, στο άμεσο μέλλον θα υπάρχει περισσότερο πετρέλαιο στην αγορά — όχι μόνο από τα ΗΑΕ. Συνεπώς, οι τιμές είτε θα κατεβαίνουν είτε θα παγώνουν. Δεν θα αυξάνονται.
Η αποχώρηση των ΗΑΕ, η οποία ευρέως εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε περαιτέρω προσέγγιση του Άμπου Ντάμπι με τις ΗΠΑ, δεν αφορά μόνο τις τιμές, σε μια κρίσιμη στιγμή κατά την οποία ο πόλεμος στο Ιράν δεν τερματίζεται και, μαζί του, παραμένει και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ από τους Αμερικανούς. Αυτό, φυσικά, είναι δεδομένο, όπως βέβαια και το ότι οι ΗΠΑ κερδίζουν χρόνο, καθώς ελέγχουν καλύτερα τις συνέπειες του αποκλεισμού στις διεθνείς αγορές και αμβλύνουν το πρόβλημα στο εσωτερικό τους.
Εξίσου σημαντικό, όμως, είναι και το ζήτημα της στρατηγικής διάστασης. Ο ΟΠΕΚ+ δέχεται εκ των πραγμάτων ένα μεγάλο πλήγμα και, μαζί του, αποδυναμώνεται και ο άξονας Σαουδικής Αραβίας – Ρωσίας, με τη δεύτερη να είναι ο κύριος στόχος των ΗΠΑ. Τα παιχνίδια της Μόσχας περιορίζονται, η δε Ουάσινγκτον μπορεί να κρατήσει αποστάσεις —και θα το κάνει, καθώς με τίποτα δεν θέλει να χάσει τη Σαουδική Αραβία— δίνοντας όμως αθόρυβα μεγαλύτερη προσοχή και αξία στον νέο της εταίρο: τα ΗΑΕ. Η διάσπαση του ΟΠΕΚ και του ΟΠΕΚ+ είναι σίγουρα μια καλή εξέλιξη για την Ουάσινγκτον.
«Προς το παρόν, τουλάχιστον» ήταν οι λέξεις με τις οποίες άρχισε αυτό το κείμενο. Και έτσι έχουν τα πράγματα. Η εξέλιξη, βραχυπρόθεσμα, έχει θετικό πρόσημο για τις ΗΠΑ. Η απουσία όμως ενός παράγοντα ο οποίος θα καθόριζε —και καθόριζε μέχρι σήμερα— τις τιμές και τις ποσοστώσεις δεν είναι ακίνδυνη. Ήδη, μετά την ανακοίνωση των ΗΑΕ, αναλυτές προειδοποιούσαν ότι το κλίμα στις αγορές ενδέχεται, σε βάθος χρόνου —όχι μεγάλο μάλιστα— να επηρεαστεί, καθώς δεν πρέπει να αποκλείεται η νευρικότητα των αγορών, έστω και σε συνθήκες περιορισμένης απορρύθμισης.
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, βέβαια, είναι προς το παρόν αυτό που χρειαζόταν για να τραβήξει τον αποκλεισμό του Ιράν σε βάθος, αν και αυτό είναι επίσης σχετικό, μέχρι να στραγγαλίσει το καθεστώς των μουλάδων, το οποίο ήδη βλέπει τα προβλήματα να πολλαπλασιάζονται και την εσωτερική του διάσπαση να μεγαλώνει μέρα με τη μέρα.
Η συνέχεια προβλέπεται συναρπαστική, ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται: θετικό, αρνητικό ή, το πιθανότερο, και τα δύο.