Του Michael Lynch

Η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον OPEC σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή για το καρτέλ και θα έχει αντίκτυπο στις αγορές πετρελαίου; Πολλοί θεωρούν πιθανό αυτό το σενάριο, είτε επειδή και άλλα κράτη θα αποφασίσουν ότι πρέπει να αποχωρήσουν είτε επειδή θα ξεσπάσει ένας πόλεμος τιμών ως αντίποινα για την κίνηση αυτή. Και οι δύο εξηγήσεις θα μπορούσαν να σημαίνουν ότι η επιρροή του OPEC περιορίζεται ή ακόμη και ότι το καρτέλ θα διαλυθεί.

Φυσικά, οι φήμες για τον θάνατο του OPEC έχουν φουντώσει. Ο οργανισμός παραμένει ανενεργός ή αμέτοχος για μεγάλες περιόδους όταν η αγορά βρίσκεται σε ισορροπία ή, λιγότερο συχνά, όταν δεν διαθέτει εφεδρείες για να αυξήσει την παραγωγή του. Τα κράτη-μέλη δεν παραβιάζουν τις ποσοστώσεις όταν δεν έχουν επιπλέον διαθέσιμη παραγωγική ικανότητα.

Όταν η τιμή του πετρελαίου καταρρέει, όπως συνέβη το 1986, το 1998, το 2014 και το 2020, αρκετοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως το καρτέλ έχει αποτύχει, όπως τόσες άλλες φορές στο παρελθόν. Μα κάθε φορά ο OPEC αναγεννιέται και επαναφέρει την τιμή στα επιθυμητά επίπεδα, αν και συχνά πιο κάτω από αυτό πριν τη “βουτιά”. 

Προηγούμενες αποχωρήσεις από το καρτέλ, όπως της Ινδονησίας ή του Ισημερινού (δύο φορές), δεν προκάλεσαν ανησυχίες· η Ινδονησία μετατράπηκε σε καθαρό εισαγωγέα, ενώ ο Ισημερινός δεν υπήρξε ποτέ σημαντική εξαγωγική δύναμη. Άλλα κράτη, κυρίως το Ιράκ στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Βενεζουέλα στη δεκαετία του 1990 και πάλι το Ιράκ σήμερα, έχουν παραβιάσει τις ποσοστώσεις τους, αλλά δεν έθεσαν ζήτημα αποχώρησης από τον οργανισμό: αν ο συνεταιρισμός δεν σε υποχρεώνει να πληρώνεις τις εισφορές σου, δεν υπάρχει κίνητρο να αποχωρήσεις.

Όμως, η περίπτωση των ΗΑΕ είναι κάπως διαφορετική. Είναι σημαντική παραγωγός χώρα και εξαγωγέας πετρελαίου, με προσφορά -πριν τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή- στα 3,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα και παραγωγική ικανότητα 4,3 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ξεπερνώντας κατά τουλάχιστον δύο φορές την παραγωγή κρατών-μελών εκτός του Κόλπου. Έχει επίσης τη δυνατότητα και την πρόθεση να αυξήσει την παραγωγή του κατά τουλάχιστον 1 εκατ. βαρέλια την ημέρα έως το 2027, επίδοση μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα μπορούσε να επιτύχει οποιοσδήποτε άλλος παραγωγός.

Αυτή η ποσότητα σε ένα έτος θα έχει σημαντική επίδραση στην αγορά, χωρίς να υπολογίζονται οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν. Πριν τον πόλεμο, η παγκόσμια παραγωγή ξεπερνούσε κατά 2 εκατ. βαρέλια τη ζήτηση, με το μεγαλύτερο μέρος του πλεονάσματος να απορροφάται από την Κίνα για τα στρατηγικά της αποθέματα ή να συσσωρεύεται σε πλωτές αποθήκες, επειδή οι αμερικανικές κυρώσεις δυσχέραιναν την πώλησή του.

Όταν τελειώσει ο πόλεμος στο Ιράν, η παραγωγή θα αποκατασταθεί -έστω μετά από μερικούς μήνες- στην περιοχή του Κόλπου, και ίσως να μην είναι χαμηλότερη από τα προπολεμικά επίπεδα. Δεδομένης της τρέχουσας οικονομικής αβεβαιότητας, αυτό σημαίνει ότι η αγορά θα επιστρέψει σε κατάσταση πλεονάσματος. Αν αρθούν οι κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στο Ιράν, το πλεόνασμα θα ενισχυθεί ελαφρώς. Η προσθήκη 1-1,5 εκατ. βαρελιών την ημέρα από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η πιθανή οικονομική ύφεση ή/και η μείωση της ζήτησης θα σημαίνουν αξιοσημείωτο πλεόνασμα. Αν αρθούν οι κυρώσεις κατά του Ιράν, τότε η ποσότητα πετρελαίου που είναι αποθηκευμένη σε πλωτές δεξαμενές δεν θα αυξηθεί όπως πέρυσι.

Φαίνεται πιθανό ότι το αργότερο μέχρι το τέλος του 2027, η παγκόσμια αγορά θα παρουσιάζει σοβαρό πλεόνασμα και οι τιμές θα απειληθούν με πτώση. Σε εκείνο το σημείο, τα υπόλοιπα μέλη του OPEC θα πρέπει είτε να μειώσουν ξανά τις ποσοστώσεις είτε να αφήσουν τις τιμές να υποχωρήσουν. Δεδομένων των πολιτικών εντάσεων Δεδομένης της πολιτικής έντασης μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Εμιράτων, το σενάριο οι Σαουδάραβες να μειώσουν μονομερώς την παραγωγή για να στηρίξουν την τιμή του πετρελαίου, όπως έχουν κάνει στο παρελθόν, δεν μοιάζει πολύ πιθανό.

Το πιο πιθανό θα ήταν μια σημαντική πτώση των τιμών και η πίεση στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να μειώσουν την παραγωγή, ίσως σε υψηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με πριν τον πόλεμο, αλλά πολύ χαμηλότερα από τα 5 εκατ. βαρέλια την ημέρα που έχουν προτείνει τα ΗΑΕ ως στόχο. Βεβαίως, το κράτος του Κόλπου διαθέτει τεράστια χρηματοοικονομικά αποθέματα και θα μπορούσε να επιβιώσει από μια μακρά πτώση των τιμών του πετρελαίου· η ικανότητά του να αντισταθεί στην πολιτική πίεση από όλους τους γείτονές του ίσως είναι το μεγαλύτερο του πρόβλημα.

Ωστόσο, το οικονομικό σκέλος μπορεί να αποδειχθεί το πιο πειστικό επιχείρημα για να επανενταχθούν στον OPEC τα ΗΑΕ ή τουλάχιστον να γίνουν de facto μέλη του OPEC+, κάνοντας δεκτή μια νέα ποσόστωση, έστω και ανεπίσημα. Η δύναμη του OPEC πηγάζει από την ικανότητά του να εξασφαλίζει υψηλότερες τιμές πετρελαίου στα μέλη του, ακόμη και αν αυτό απαιτεί ενίοτε τη μείωση της παραγωγής τους. Τις τελευταίες δεκαετίες, είναι σπάνιο οι ποσοστώσεις να απαιτούν μείωση της παραγωγής κατά περισσότερο από 10%, κάτι που, σε περιπτώσεις κατάρρευσης των τιμών όπως το 1998, έχει οδηγήσει σε αύξηση των τιμών κατά τουλάχιστον 50%. Αυτή είναι η πειστική λογική πίσω από την επιτυχία του οργανισμού και πιθανότατα θα επικρατήσει πάλι αν ξεσπάσει ένας νέος πόλεμος τιμών.

Τελειώνοντας ο πόλεμος στο Ιράν και με την παγκόσμια οικονομία να ανακάμπτει, η προπολεμική τιμή των 65-70 δολαρίων το βαρέλι ίσως αποδειχθεί μη βιώσιμη, ειδικά αν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ιράκ και η Βενεζουέλα αυξήσουν την παραγωγή τους. Ωστόσο, αυτό δεν θα γίνει εμφανές έως ότου ανασυγκροτηθούν τα παγκόσμια αποθέματα και ξεκαθαρίσει η κατάσταση της ζήτησης. Ως τότε, η στάση που θα κρατήσουν τα ΗΑΕ και η διάθεσή τους να αγνοήσουν τις πιέσεις για περιορισμό της παραγωγής θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών.

Forbes