Ήταν αναμενόμενο ότι οι αναλύσεις για το εκλογικό αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της περασμένης Κυριακής θα έφθαναν μέχρι την αυλή του προεδρικού, αλλά και στο γραφείο του Νίκου Χριστοδουλίδη. «Ο μεγάλος χαμένος των εκλογών», γράφουν και λένε κάποιοι, είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επειδή, μεταξύ άλλων, στη Βουλή δεν εισήλθαν ΕΔΕΚ και ΔΗΠΑ.
Και μάλιστα προχωρούν και ένα βήμα ακόμη, ισχυριζόμενοι πως η μη είσοδος των δυο αυτών κομμάτων στο κοινοβούλιο οφείλεται στη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση. Δηλαδή, κανένα άλλο πρόβλημα δεν είχαν, πλην του γεγονότος ότι στηρίζουν την κυβέρνηση. Ούτε οι συνεχίσεις εκκαθαρίσεις στην ΕΔΕΚ, οι… διαγραφές ακόμη και ψηφοφόρων επηρέασαν, ούτε η απουσία του Μάριου Κάρογιαν από το ψηφοδέλτιο της ΔΗΠΑ. Φταίει ο Χριστοδουλίδης!
Το γεγονός ότι δυο από τα τρία κόμματα, τα οποία στηρίζουν την κυβέρνηση δεν μπήκαν στη Βουλή, προφανώς και είναι θέμα για την κυβέρνηση και τον Πρόεδρο. Θα ήταν πολύ καλύτερα εάν εκπροσωπούνταν. Με την εξέλιξη αυτή, μειώνεται η δύναμη στήριξης της κυβέρνησης στο κοινοβούλιο. Βεβαίως η στήριξή τους δεν ήταν πάντα πλήρης. Ούτε δεδομένη καθώς δεν ήταν προεδρικά κόμματα, αλλά αυτόνομες πολιτικές δυνάμεις. Από την άλλη, είναι γνωστό ότι κυβερνητικά νομοσχέδια εγκρίθηκαν και με ψήφους της αντιπολίτευσης. Έτσι λειτουργεί η Βουλή.
Σε μια αποτίμηση εκλογικού αποτελέσματος προφανώς και αξιολογούνται όλοι οι παράγοντες. Κάθε αποτέλεσμα επηρεάζει και την εκτελεστική εξουσία, ακόμη κι όταν ο Πρόεδρος δεν έχει κόμμα. Αυτή είναι η μια διάσταση. Από την άλλη, δεν μπορεί να εξηγηθεί πολιτικά η εμμονή κάποιων ότι πίσω από κάθε αποτυχία ένας μόνο κρύβεται!
Περαιτέρω, είναι απορίας άξιο πώς γίνονται προεκλογικά εκτιμήσεις ότι, για παράδειγμα, αυξάνεται η αποδοχή του Προέδρου στις δημοσκοπήσεις επειδή δεν είναι μέρος των εκλογών και τώρα να είναι και ο… ηττημένος; Υπάρχει πολιτική εξήγηση;
Στο παρελθόν, το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών θεωρείτο πρόκριμα για τις προεδρικές. Τούτο σήμερα δεν μπορεί να ισχύσει. Κυρίως επειδή διαμορφώνονται νέα δεδομένα σε σχέση με τη δύναμη των κομμάτων, ενώ ρόλο διαδραματίζει και η σύνθεση των κομματικών ομάδων στη Βουλή. Η στάση των βουλευτών χωριστά.
Το κεφάλαιο των προεδρικών εκλογών ανοίγει πάντα νωρίς. Απασχολεί- αν και δεν θα έπρεπε- μήνες πριν. Αυτό, ωστόσο, γίνεται πάντα. Σε αυτή την περίπτωση είναι σαφές πως απασχολεί κυρίως εκείνους που έχασαν το 2023 και τους έμεινε απωθημένο!
Περαιτέρω, δεν ισχύει η θεωρία ότι το αποτέλεσμα των βουλευτικών είναι πρόκριμα των προεδρικών, για ένα ακόμη λόγο, καθώς έχουν αλλάξει τα δεδομένα επί του πεδίου. Και έχουν αλλάξει το 2023, όταν τα δυο μεγαλύτερα κόμματα, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, έχασαν στις εκλογές.
Παρόλα αυτά, η εκλογή Προέδρου της Βουλής στις 4 Ιουνίου θα μπορούσε, ενδεχομένως, να θεωρηθεί κομμάτι του παζλ των διεργασιών για τις προεδρικές του 2028. Θα συνιστά μια ένδειξη, χωρίς να θεωρηθεί πως θα κλειδώσει οτιδήποτε για τη συνέχεια.
Σε αυτές τις εκλογές άντεξε το κομματικό σύστημα, κυρίως οι δυνάμεις που βρίσκονται στο πάνω ράφι. Είναι κι αυτοί που πανηγυρίζουν. Χρειάζεται προφανώς και μια ανάλυση του αποτελέσματος. Πώς προέκυψε το αποτέλεσμα, Στην Πινδάρου, για παράδειγμα, γνωρίζουν ότι ποσοστό που εξασφάλισε το κόμμα οφείλεται και στο γεγονός ότι εκείνοι οι Συναγερμικοί, οι οποίοι στήριξαν τον νυν Πρόεδρο της Δημοκρατίας το 2023, δεν γύρισαν την πλάτη στο κόμμα. Δεν έκαναν άλλη επιλογή. Κι αυτό είναι αποτέλεσμα και της τακτικής που ακολούθησε το κόμμα προεκλογικά έναντι της κυβέρνησης. Ήταν προσεκτικό έναντι της κυβέρνησης και του Προέδρου. Στο ΑΚΕΛ, που έχουν λόγους να χαμογελούν, η επόμενη ημέρα συνδέεται με τα επόμενα βήματα, ώστε να εξαργυρώσουν το αποτέλεσμα. Πρωτίστως, όμως, θα πρέπει να σπάσουν τον απομονωτισμό.