Εδώ και μέρες στριφογυρίζουν στο μυαλό μου τα λόγια του Φιλανδού καλλιτέχνη Κάλε Νίο στη συνέντευξη που του έκανα για την εξαιρετική του παράσταση «Tempo»: «Είναι δώρο να μπορείς να βιώσεις την πλήξη και να παραμένεις μέσα σε αυτήν, αντί να σπεύδεις να της ξεφύγεις».
Ο Κάλε Νίο έμαθε να εκτιμά αυτό το συναίσθημα όταν συνειδητοποίησε ότι η πλήξη μοιάζει στις μέρες μας να έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Το να το λέει αυτό ένας καλλιτέχνης των παραστατικών τεχνών είναι κάπως ειρωνικό, έως και αποτρεπτικό για κάποιον να πάει να δει την παράστασή του. Το Ριάλτο πάντως ήταν φίσκα.
Εν πάση περιπτώσει, σε μια εποχή που έχουμε πειστεί πως κάθε «άδειο» δευτερόλεπτο χωρίς ερεθίσματα είναι μια χαμένη ευκαιρία για ενημέρωση, χαβαλέ, κοινωνικοποίηση ή παραγωγικότητα, η ιδέα ότι η πλήξη μπορεί να είναι ευλογία μοιάζει σχεδόν αιρετική. Για να είμαι ειλικρινής, έβρισκα πάντα την ανία αρκούντως τραυματικό συναίσθημα. Και προσωπικά, δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που να βαρέθηκα πραγματικά.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ζωή μου είναι συναρπαστική. Σημαίνει μάλλον ότι η πλήξη δεν προλαβαίνει πια να εμφανιστεί. Κλάσματα του δευτερολέπτου πριν νιώσουμε το πρώτο της σκίρτημα, το χέρι πάει σχεδόν αντανακλαστικά προς το κινητό για ένα μήνυμα, μια ειδοποίηση, ένα κείμενο, μια εικόνα, ένα βίντεο, ένα podcast, μια αέναη ροή από μικρές δόσεις διέγερσης που μας προστατεύουν από το πιο τρομακτικό συναίσθημα: να μη συμβαίνει τίποτα. Σαν να είναι κάτι που πρέπει πάση θυσία να εξοντωθεί.
Πριν από τέσσερις σχεδόν αιώνες, ο Μπλεζ Πασκάλ παρατηρούσε πως όλη η δυστυχία του ανθρώπου πηγάζει από το γεγονός ότι δεν μπορεί να μείνει μόνος κι ήσυχος σ’ ένα δωμάτιο. Δεν εννοούσε ακριβώς την πλήξη, αλλά την ακατανίκητη ανάγκη μας να αναζητούμε διαρκώς περισπασμούς για να μη βρεθούμε αντιμέτωποι με τον εαυτό μας. Δυο αιώνες αργότερα, ο Σόρεν Κίρκεγκωρ σχολίαζε πως ο άνθρωπος επινοεί αδιάκοπα και αγωνιωδώς νέα ερεθίσματα για να ξεφύγει από την ανία. Είναι αδύνατο να μη σκεφτεί κανείς πόσο προφητικά διαβάζονται όλα αυτά κάνοντας scrolling σε μια φωτισμένη οθόνη.
Για αιώνες μεγαλώναμε με τη βεβαιότητα ότι η αργία είναι η μήτηρ πάσης κακίας. Η αξία του ανθρώπου ταυτίστηκε με την παραγωγικότητά του και η τεμπελιά ανήχθη σε ασυγχώρητο ηθικό ελάττωμα. Σήμερα δεν δαιμονοποιούμε πια σε τέτοιο βαθμό την τεμπελιά. Διότι ακόμη κι όταν δεν εργαζόμαστε, δεν είμαστε αδρανείς. «Εργαζόμαστε» πάνω στον εαυτό μας, καταναλώνοντας ή ενίοτε παράγοντας περιεχόμενο.
Αυτό που απαγορεύει δια ροπάλου η εποχή μας είναι την πλήξη. Δεν αντέχουμε το κενό. Αν ο Πολ Λαφάργκ υπερασπιζόταν το «δικαίωμα στην τεμπελιά» απέναντι στην εργασιακή ηθική του 19ου αιώνα, σήμερα ίσως χρειάζεται να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στην πλήξη απέναντι στην τυραννία της αδιάκοπης διέγερσης.
Το θεμελιώδες λάθος είναι ότι ξεχνάμε πως η πλήξη δεν είναι το πρόβλημα, αλλά ένα σήμα ότι υπάρχει πρόβλημα. Όπως ο πόνος είναι μια προστατευτική ειδοποίηση του οργανισμού για κάποια βλάβη ή νόσο, η δίψα ότι πρέπει να ενυδατωθούμε, η πείνα ότι χρειαζόμαστε ενέργεια κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, δεν ικανοποιούμε την πλήξη μας μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα ελατηρίων και πληροφοριών, απλώς τη «σβήνουμε», όπως σβήνουμε τη δίψα μας με μια γουλιά παγωμένο νερό.
Στην ουσία, ωστόσο, την κρατούμε αδρανοποιημένη. Ή, αν θέλετε, τη διατηρούμε σε καταστολή, όπως όταν παίρνουμε παυσίπονα χωρίς να ψάχνουμε την πραγματική αιτία του πόνου.
Η συγκεκριμένη ειδοποίηση μάς ενημερώνει ότι αυτό που κάνουμε δεν μάς εμπλέκει πραγματικά και η προσοχή μας δεν βρίσκει πού να αγκιστρωθεί. Πέρα απ’ αυτό, όμως, η πλήξη είναι και μια κατάσταση του νου. Το άτομο επιθυμεί να αλληλεπιδράσει και να εμπλακεί, αλλά αδυνατεί να το πράξει αποτελεσματικά. Άρα, πριν την καταστείλουμε, καλό είναι να λάβουμε υπόψη τις χρήσιμες πληροφορίες που παρέχει, που ορισμένες φορές στη ρίζα τους έχουν να κάνουν με το νόημα, τη νεωτερικότητα, την ίδια την ανθρώπινη συνθήκη. Αν τα καταπιέζουμε και τα αναισθητοποιούμε όλα αυτά δεν σημαίνει ότι εκλείπουν.
Εξάλλου, υπάρχουν πολλές μορφές πλήξης. Υπάρχει η δημιουργική πλήξη, εκείνη που προηγείται μιας ιδέας. Υπάρχει η πλήξη της αναμονής. Υπάρχει και η υπαρξιακή ανία του Φερνάντο Πεσσόα που δεν γεννιέται από την έλλειψη ερεθισμάτων, αλλά από την έλλειψη νοήματος.
Ο Λόρδος Βύρων, το απόλυτο ρομαντικό υποκείμενο, κυνηγούσε διαρκώς νέες συγκινήσεις γιατί πίστευε πως ο μέγας σκοπός της ζωής είναι η αισθητική ένταση, καθώς ο ίδιος βασανιζόταν από το «ennui», την αφόρητη υπαρξιακή ακηδία που τον ωθούσε σε ταξίδια, έρωτες, περιπέτειες, τζόγο, μέχρι και πολέμους σε εξωτικά μέρη. Πίστευε πως ό,τι δεν τον συναρπάζει, τον νεκρώνει.
Κι αν η πλήξη δεν είναι το αντίθετο της δημιουργικότητας, αλλά προϋπόθεσή της; Αν είναι η αμήχανη στιγμή όπου τίποτε ακόμη δεν έχει έρθει να γεμίσει τον χρόνο; Αν είναι ένας μεταιχμιακός χώρος, ένας άδειος πίνακας πριν εμφανιστεί η επόμενη σκέψη; Αυτό υποστηρίζει ο Κάλε Νίο.
Δεν είμαι βέβαιος ότι γεννά πάντοτε τη δημιουργικότητα. Η ψυχολογία είναι πιο επιφυλακτική απέναντι σε μια τέτοια εύκολη διαπίστωση. Το βέβαιο είναι πως η δημιουργικότητα χρειάζεται χρόνο που δεν είναι ήδη κατειλημμένος. Χρειάζεται ρωγμές, ησυχία. Έχει ανάγκη από τις ελάχιστες εκείνες στιγμές όπου ο νους δεν μεταβολίζει το επόμενο ερέθισμα, αλλά αφήνεται να περιπλανηθεί.
Εντούτοις, το πραγματικό διακύβευμα ίσως τελικά να μην είναι η υπεράσπιση της πλήξης ως μιας ακόμη «μόδας ευεξίας», αλλά η υπεράσπιση του δικαιώματος στο κενό. Στην εποχή που όλα διεκδικούν την προσοχή μας, η δυνατότητα να μη συμβαίνει τίποτα έχει μετατραπεί σε πολυτέλεια. Μάλλον έχει δίκιο ο Φιλανδός καλλιτέχνης, λοιπόν. Η πλήξη μπορεί να μην είναι ευχάριστη, να μην είναι πάντοτε δημιουργική και ευγενής, αλλά είναι από τις ελάχιστες καταστάσεις στις οποίες δεν μας απομένει παρά να συναντήσουμε τον εαυτό μας. Αυτό, ναι, ίσως όντως είναι ένα δώρο.
* Αν αυτό το κείμενο δεν σας έκανε να βαρεθείτε και κράτησε την προσοχή σας μέχρι εδώ, μάλλον δεν πέτυχε τον στόχο του.
Ελεύθερα, 26.6.2026