Η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε νομοθετική ρύθμιση για τον έλεγχο των αναρρωτικών αδειών στον δημόσιο τομέα αγγίζει ένα ζήτημα που εδώ και χρόνια προκαλεί συζητήσεις, αμφισβητήσεις και, σε αρκετές περιπτώσεις, εύλογη αγανάκτηση. Αποτελεί το δίχως άλλο ένα ζήτημα που όλοι γνωρίζουν, όλοι συζητούν στους διαδρόμους, αλλά ουδείς τολμά να αγγίξει διότι κανείς μέχρι τώρα δεν επιθυμούσε να συγκρουστεί με κατεστημένες νοοτροπίες.
Όταν όμως οι άδειες ασθενείας μετατρέπονται από μέσο προστασίας της υγείας σε εργαλείο κατάχρησης, το κόστος δεν είναι μόνο οικονομικό. Υπονομεύεται η αξιοπιστία του δημόσιου συστήματος και αδικούνται τόσο οι εργαζόμενοι που πραγματικά αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας όσο και οι γιατροί που ασκούν το λειτούργημά τους με επαγγελματισμό. Οι αναρρωτικές άδειες υπάρχουν για να προστατεύουν τον εργαζόμενο που πραγματικά νοσεί, όχι για να εξυπηρετούν όσους αντιμετωπίζουν την εργασία τους ως υποχρέωση από την οποία μπορούν εύκολα να απαλλαγούν.
Η πρόθεση του υπουργού Δικαιοσύνης να θέσει αυστηρότερο πλαίσιο ελέγχου κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, εφόσον εφαρμοστεί με διαφάνεια, αντικειμενικότητα και χωρίς διάθεση στοχοποίησης. Η αντιμετώπιση των στρεβλώσεων δεν μπορεί να σημαίνει συλλήβδην αμφισβήτηση κάθε ιατρικής γνωμάτευσης ούτε να δημιουργεί κλίμα καχυποψίας απέναντι στους ασθενείς. Αυτό που απαιτείται είναι ένα σύστημα που να διακρίνει με σαφήνεια τις πραγματικές περιπτώσεις ασθένειας από τις καταχρήσεις. Από την άλλη, η προσπάθεια που καταβάλλεται για νομοθετική ρύθμιση του θέματος δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως επίθεση κατά των δημοσίων υπαλλήλων. Αντίθετα αποτελεί μια προσπάθεια να μπει τάξη σε έναν τομέα όπου η απουσία ουσιαστικού ελέγχου επέτρεψε να παγιωθούν πρακτικές που αδικούν τους συνεπείς εργαζόμενους, των οποίων ο φόρτος εργασίας αυξάνεται από κάθε αδικαιολόγητη άδεια συναδέρφων τους.
Εξίσου σημαντική είναι η στάση της ιατρικής κοινότητας. Οι γιατροί έχουν καθοριστικό ρόλο στη διασφάλιση της αξιοπιστίας του συστήματος. Όσοι εκδίδουν αναρρωτικές άδειες χωρίς επαρκή τεκμηρίωση δεν πλήττουν μόνο το δημόσιο συμφέρον, αλλά και το κύρος του ίδιου του ιατρικού λειτουργήματος. Εάν υπάρχουν περιπτώσεις παρανομίας ή κατάχρησης, η διερεύνησή τους μέσα από τις προβλεπόμενες διαδικασίες αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Η συνεργασία του Υπουργείου με τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο αποτελεί θετική εξέλιξη. Οι αλλαγές που θα προωθηθούν πρέπει να στηρίζονται στην επιστημονική τεκμηρίωση, να σέβονται την ανεξαρτησία της ιατρικής κρίσης και ταυτόχρονα να προβλέπουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας.
Η κοινωνία δεν ζητά ένα τιμωρητικό σύστημα. Ζητά ένα δίκαιο σύστημα. Ένα πλαίσιο που θα προστατεύει τον εργαζόμενο που πραγματικά νοσεί, θα αποτρέπει την κατάχρηση δημόσιων πόρων και θα διασφαλίζει ότι οι κανόνες εφαρμόζονται ισότιμα για όλους. Αν το υπό συζήτηση νομοσχέδιο καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα στην προστασία των δικαιωμάτων και στην ανάγκη για λογοδοσία, τότε θα αποτελέσει μια ουσιαστική μεταρρύθμιση και όχι ακόμη μία αποσπασματική παρέμβαση. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η Κύπρος δεν πάσχει από έλλειψη νόμων, πάσχει από επιλεκτική εφαρμογή τους.