Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Μεγαλώσαμε με το «Δεν Ξεχνώ», με τις ιστορίες των γονιών μας για τα σπίτια που άφησαν πίσω τους, με τις φωτογραφίες των αγνοουμένων και με την Κερύνεια να υπάρχει στη συλλογική μας μνήμη ως ένας τόπος που κάποτε θα επιστρέφαμε. Μόνο που οι δεκαετίες πέρασαν. Οι πρόσφυγες γέρασαν, άλλοι πέθαναν, οι δεύτερες και τρίτες γενιές μεγάλωσαν, τα οδοφράγματα έγιναν μέρος της καθημερινότητας και η κατοχή, από τραύμα ζωντανό, μετατράπηκε με τον καιρό σε μια δυσάρεστη κανονικότητα. Κι αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο στο οποίο έχουμε φτάσει.

Γιατί το Κυπριακό δεν τελειώνει επειδή κουραστήκαμε να το συζητούμε. Δεν τελειώνει επειδή μια νέα γενιά έχει άλλα προβλήματα και άλλες προτεραιότητες. Και ασφαλώς δεν τελειώνει επειδή συνηθίσαμε να περνούμε τα οδοφράγματα για εκδρομή, ενώ λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα εξακολουθεί να υπάρχει μια διχοτομημένη πατρίδα.

Το πρόβλημα είναι ότι, εδώ και χρόνια, μοιάζουμε να έχουμε εγκλωβιστεί σε μια παράδοξη πολιτική. Να διακηρύσσουμε ότι θέλουμε λύση, αλλά ταυτόχρονα να φοβόμαστε περισσότερο το πολιτικό κόστος μιας συμφωνίας από το κόστος της μη λύσης.

Κάθε χρόνος που περνά δεν μας φέρνει πιο κοντά στο 1974. Μας απομακρύνει από αυτό. Οι άνθρωποι που έζησαν τον πόλεμο και τον ξεριζωμό λιγοστεύουν. Οι μνήμες αλλάζουν. Οι περιουσίες αποκτούν νέους χρήστες και νέες αξίες. Τα δεδομένα επί του εδάφους παγιώνονται. Μια ολόκληρη γενιά Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων μεγαλώνει έχοντας ζήσει περισσότερο τη διαίρεση παρά την κοινή πατρίδα. Κι εμείς εξακολουθούμε να συμπεριφερόμαστε σαν να έχουμε απεριόριστο χρόνο. Δεν έχουμε όμως.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δεχθούμε οποιαδήποτε λύση. Μια λύση δεν είναι αυτοσκοπός. Πρέπει να είναι λειτουργική, βιώσιμη, να διασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ασφάλεια, να δημιουργεί πραγματικές προϋποθέσεις ειρηνικής συνύπαρξης και να μπορεί να αντέξει στον χρόνο.

Υπάρχει όμως μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «δεν αποδεχόμαστε μια κακή λύση» και στο «δεν αποδεχόμαστε καμία λύση που απαιτεί δύσκολους συμβιβασμούς». Γιατί μια λύση στο Κυπριακό δεν θα υπάρξει χωρίς συμβιβασμούς. Όχι επειδή το επιβάλλει κάποιος ξένος παράγοντας, αλλά επειδή η ιστορία του τόπου δημιούργησε πραγματικότητες που δεν μπορούν να διαγραφούν με συνθήματα. Όποιος πιστεύει ότι μπορεί να επιστρέψει η Κύπρος όπως ήταν πριν το 1974, απλώς αρνείται να κοιτάξει κατάματα την πραγματικότητα. Κι όποιος πιστεύει ότι η διχοτόμηση μπορεί να γίνει ανώδυνη, επίσης αρνείται την πραγματικότητα.

Η επιλογή μας, επομένως, δεν είναι ανάμεσα σε μια τέλεια λύση και μια κακή λύση. Είναι ανάμεσα στην προσπάθεια για μια δύσκολη, επώδυνη αλλά πιθανή επανένωση και στην αργή, σχεδόν αθόρυβη εμπέδωση της διχοτόμησης. Και δεν είμαι πλέον βέβαιη ότι αντιλαμβανόμαστε πόσο κοντά βρισκόμαστε στη δεύτερη.

Για χρόνια μάθαμε να μιλάμε κυρίως για την τουρκική αδιαλλαξία. Και ασφαλώς δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε τον καθοριστικό ρόλο της Τουρκίας, ούτε τις ευθύνες της για την κατοχή και τη διατήρηση του σημερινού status quo. Όμως μια κοινωνία που θέλει πραγματικά να αλλάξει την ιστορία της οφείλει να κοιτάζει και τον εαυτό της στον καθρέφτη. Διότι δεν μπορούμε να ζητάμε από την άλλη πλευρά να εγκαταλείψει τις μαξιμαλιστικές της θέσεις, ενώ εμείς διαχρονικά παραμένουμε προσκολλημένοι στις δικές μας. Και δεν μπορούμε να περιμένουμε μια λύση, αν κάθε ηγέτης γνωρίζει ότι είναι πολύ ασφαλέστερο πολιτικά να αποτύχει μια διαπραγμάτευση παρά να πετύχει.

Το Κυπριακό δεν χρειάζεται άλλους ήρωες. Χρειάζεται πολιτικούς που θα πουν την αλήθεια. Την αλήθεια ότι η επανένωση θα έχει κόστος. Την αλήθεια ότι ορισμένες από τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν επί δεκαετίες δεν μπορούν να ευοδωθούν. Την αλήθεια ότι και οι δύο κοινότητες θα πρέπει να ζήσουν με δύσκολους συμβιβασμούς.

Αλλά και την άλλη αλήθεια… ότι η διχοτόμηση έχει επίσης κόστος. Και το κόστος αυτό δεν είναι θεωρητικό. Είναι η μόνιμη παρουσία ενός ξένου στρατού, η παγίωση δύο ξεχωριστών πραγματικοτήτων, η απώλεια της κοινής μας ιστορίας και, τελικά, ο κίνδυνος τα παιδιά μας να θεωρήσουν φυσιολογικό αυτό που για τους γονείς και τους παππούδες τους ήταν μια εθνική τραγωδία.

Ίσως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για το Κυπριακό. Όχι με λιγότερη μνήμη, αλλά με περισσότερη ειλικρίνεια. Να θυμόμαστε την εισβολή, αλλά χωρίς να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας μέσα στο μίσος. Να διεκδικούμε τα δικαιώματα των προσφύγων χωρίς να τους εγκλωβίζουμε σε μια ατέρμονη αναμονή. Να επιμένουμε στην επιστροφή και την αποκατάσταση όπου είναι εφικτό, χωρίς να παρουσιάζουμε ως δεδομένο ένα μέλλον που η ίδια η πραγματικότητα έχει καταστήσει εξαιρετικά δύσκολο. Και κυρίως, να θυμόμαστε ότι απέναντί μας δεν βρίσκεται μια αφηρημένη «άλλη πλευρά», αλλά άνθρωποι που επίσης κουβαλούν τη δική τους ιστορία, τους δικούς τους φόβους και τις δικές τους απώλειες.

Η ειρήνη δεν απαιτεί να συμφωνήσουμε για το παρελθόν. Απαιτεί να αποφασίσουμε πώς θέλουμε να ζήσουμε στο μέλλον. Ίσως αυτή να είναι η τελευταία μεγάλη ευκαιρία του Κυπριακού. Όχι επειδή θα έρθει κάποια μαγική στιγμή κατά την οποία όλα θα ευνοήσουν μια συμφωνία. Αλλά επειδή κάποια στιγμή η ιστορία παύει να περιμένει τους ανθρώπους και αρχίζει να διαμορφώνεται ερήμην τους…

panayiota.charalambous@phileleftheros.com