Καμία διάθεση δεν είχε γεννηθεί μέσα μου να καταθέσω δημόσια την άποψή μου για την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Καζαντζάκης», μετά τη δυσάρεστη εμπειρία της θέασής της. Συνειδητά προτίμησα να ασχοληθώ με άλλα θέματα. Κακώς, θα μπορούσε να πει κάποιος. Δημιουργείται περίπου μια ηθική υποχρέωση να δημοσιοποιούνται γνώμες για κινηματογραφικά πρότζεκτ τέτοιου είδους, επειδή είναι φιλόδοξα από απόψεως παραγωγής και ο εμπορικός τους αντίκτυπος είναι δεδομένος. Κι επειδή κανείς δεν γνωρίζει πότε και αν θα έχουμε ποτέ την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε ξανά μια βιογραφική ταινία για τον παγκόσμιο Κρητικό συγγραφέα.
Ίσως θα ήταν πιο ειλικρινές αν έλεγα ότι δείλιασα, γιατί δεν ήξερα αν θα καταφέρω να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και να προβώ σε μια ακριβοδίκαιη ανάλυση αποφεύγοντας υπερβολές και χαρακτηρισμούς, φλερτάροντας ακόμη και με τον λίβελο. Η ταινία, βλέπετε, κάποιον κάλο μού πάτησε, καθώς, κατά την άποψή μου πάντα, προσβάλλει το πνεύμα του βιβλίου στο οποίο υποτίθεται ότι βασίζεται και το οποίο βρίσκεται στη λίστα μ’ αυτά που θεωρώ ότι με έχουν διαμορφώσει ως αναγνώστη: την «Αναφορά στον Γκρέκο». Ευτυχώς, όμως. Η καλή μου τύχη με φύλαξε από το να σταλθώ κι εγώ στον ακοίμητο σκώληκα και το πυρ το εξώτερον από τον Σμαραγδή μαζί με όσους τόλμησαν να κατακρίνουν δημόσια την ταινία του.
Προσοχή: Ούτε το συγκεκριμένο κείμενο αποτολμά να αναφερθεί στην ταινία καθαυτή, στις αρετές και τα μειονεκτήματά της. Αφορμή για να γραφτεί είναι η ανάγκη για υπεράσπιση του δικαιώματος ενός θεατή ή ενός κριτικού να εκφέρει άποψη για ένα καλλιτεχνικό έργο. Αν νομίζετε ότι αυτό είναι αυτονόητο, τότε θα πρέπει να έχετε μόλις προσγειωθεί με κάποιο άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο στην ημετέρα πραγματικότητα.
Στην Ελλάδα, άσβερκοι στούρνοι τραμπουκίζουν καλλιτέχνες και βανδαλίζουν θεατρικές παραστάσεις επειδή τις θεωρούν βλάσφημες ή επειδή περιέχουν απλώς τη λέξη «διάβολος» στον τίτλο. Πριν από λίγες μέρες, ένα τσούρμο θρησκόληπτοι με επικεφαλής εφημέριο ξόρκισαν με αγιασμό και ράντισαν με λευκή μπογιά ένα γλυπτό, επειδή, λέει, τους θυμίζει το Νεφελίμ Μαλτσέχ! Στην Κύπρο, ζήσαμε να δούμε λαϊκή απαίτηση απόσυρσης έργου τέχνης από έκθεση επειδή απεικονίζει τον Μακάριο δίπλα σε δύο γυμνόστηθες Αφροδίτες. Και πρόσφατα, δημοτικό συμβούλιο ματαίωσε θεατρική παράσταση για να αποφύγει αντιδράσεις πολιτών με κραυγαλέες ομοφοβικές και μισανθρωπικές αγκυλώσεις.
Έχουμε πόλεμο εκεί έξω, κύριε Σμαραγδή. Η ελευθερία της σκέψης και της άποψης βάλλεται από τον σκοταδισμό και τον φανατισμό. Δεν μπορεί μέσα σ’ αυτό το κλίμα να έρχεται ένας σοβαρός υποτίθεται καλλιτέχνης, με πολυετή πορεία και εμπειρία, να καταδικάζει συλλήβδην ως κακόψυχους όσους είχαν… το θράσος να μην αποθεώσουν το «αριστούργημά» του. Μίλησε για φατρίες, για εκπροσώπους της «αισθητικής της ξυρισμένης αμασχάλης», για ενορχηστρωμένη χυδαιότητα, για υποβολιμαία εκστρατεία λάσπης, ενώ τσουβάλιασε περίπου ως «ανθέλληνες» όσους αρνούνται να αναγνωρίσουν το «φως που γέννησε τον πολιτισμό μας» στην ταινία του. Κατά την άποψή του, επίσης, ακόμη και κάποιοι σοβαροί που παρασύρθηκαν θα πρέπει να ξαναδούν την ταινία και να ζητήσουν συγγνώμη (!). Ίσως εκλαμβάνει το κινηματογραφικό του πόνημα και σαν τη δική του «Αναφορά στον Καζαντζάκη». Δεν απαγορεύεται.
Θυμάμαι όμως ότι πριν από περίπου δέκα χρόνια, σε συνέντευξη που μου είχε δώσει για τον «Φ» με αφορμή την κυκλοφορία του «Ελ Γκρέκο», είχα διακρίνει έναν ειλικρινή δισταγμό και μια σεμνή αμφιβολία για το αν θα αποτολμούσε κι αν θα κατάφερνε ποτέ να κάνει μια βιογραφική ταινία για τον τρισμέγιστο συμπατριώτη του. Σήμερα, όλα δείχνουν πως αυτή η ταπεινοφροσύνη πήγε περίπατο κι ο ίδιος έχει μετατραπεί σε κοινό καυχηματία, που έχει φτάσει να απλώνει το μπόι του και να παραλληλίζει την περίπτωσή του με τον Καζαντζάκη και τον τρόπο που είχε σπιλωθεί τότε το έργο και οι ιδέες του.