Η «Πούλλα μου» είναι τακτική στα τηλεφωνήματα, εν αντιθέσει με τη Μαριώ που σπάνια σηκώνει το τηλέφωνο να καλέσει έναν αριθμό. Από την άλλη, η τελευταία επαναπαύεται στη σταθερότητα της φίλης της που θα της κτυπήσει το τηλέφωνο, κάθε εβδομάδα, έστω για να της πει μια καλημέρα. «Έλα, ίντα που κάμνεις Πούλλα μου;» έτσι αρχίζει πάντα τη συνομιλία γι’ αυτό και οι φίλες της κόλλησαν το παρατσούκλι «Πούλλα μου» το οποίο η ίδια δέχεται αδιαμαρτύρητα. Είναι αξιαγάπητη, ευκολοσχέτιστη, έξω-καρδιά.

 

Έχει μεγάλο κύκλο από φίλες, ο οποίος δεν περιορίζεται μόνο σε συνομήλικές της αλλά δικτυώνεται σε όλες τις ηλικίες, μέχρι και σε γηραιές κυρίες στην ηλικία της γιαγιάς της. Συνδέθηκε μαζί τους από τη Φιλόπτωχο της ενορίας της, κάθονται μαζί στα τραπεζάκια στις κηδείες για να πιάσουν εισφορές, στα παζαράκια, σε φιλανθρωπικά τέϊα ή καθώς ετοιμάζουν κόλλυβα για να ενισχύσουν το ταμείο της εκκλησίας. Μαζί τους ενημερώνεται για όλα τα νέα της πόλης, γάμους, χωρισμούς, αρρώστιες, κηδείες τα οποία μεταφέρει τηλεφωνικώς στις φίλες της. «Έλα Πούλλα μου, είσαι καλά; Άκουσες κανένα νέο θάνατο, γάμο, χωρισμό;» και αν η Μαριώ δεν έχει νέα να της πει, η Πούλλα μου έχει σίγουρα πολλά να διηγηθεί.

 

Παρά το πρόβλημα υγείας που της κόστισε μερική απώλεια της όρασής της, καθόλου δεν κλονίστηκε η πίστη της και το μεράκι για ζωή. Τόλμησε μάλιστα να πετάξει τη «μαντήλα» παρά το οικονομικό και πρακτικό κόστος που θα συνεπαγόταν ένα διαζύγιο. Αφού πλέον δεν οδηγεί, κυκλοφορεί με τη βοήθεια των γονιών της που την παίρνουν όπου χρειαστεί, φροντίζει τα παιδιά και κρατεί το σπίτι της νοικοκυρεμένο. Το πιο σπουδαίο της χαρακτηριστικό είναι ότι δεν μεμψιμοιρεί, δεν παραπονιέται ποτέ στις φίλες της, μόνο λέει «δόξα σοι ο θεός». Με πολλές από αυτές ήρθαν κοντά τότε που είχαν τα παιδιά τους μαζί στο νηπιαγωγείο ή στο δημοτικό.

 

Πέρασαν χρόνια, μεσολάβησε ο κορωνοϊός που σταμάτησε τη ροή του χρόνου και τις συνήθειες των ανθρώπων μα η Πούλλα μου, παρέμεινε το μόνο σταθερό σημείο στη ζωή της Μαριώς. Η φίλη της θα τηλεφωνήσει να της ευχηθεί στα γενέθλιά της, στις ονομαστικές όλων των μελών της οικογένειας, ακόμη και στις εθνικές επετείους. Από αυτήν μαθαίνει κάθε φορά «για ποιον κτυπά η καμπάνα», χαρούμενα ή θλιβερά. «Εν του Αποστόλου Λουκά αύριο, θα πάω στο Κολόσσι για προσκύνημα… Άσε να περάσουν τζαι  τα μνημόσυνα τζαι να βρεθούμεν Πούλλα μου». Κι έτσι περνούν οι εβδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια μα οι δυο φίλες δεν συναντιούνται κι ας ζουν στην ίδια πόλη.

 

Η Μαριώ όπως και άλλες φίλες της Πούλλας μου, της φέρνουν από κάθε ταξίδι μια δαχτυλήθρα για τη συλλογή της, η οποία ξεκίνησε εδώ και χρόνια όταν ένα περιοδικό πρόσφερε ένα ραφάκι με δώρο τις πρώτες δαχτυλήθρες. Έκτοτε η συλλογή της επεκτάθηκε τόσο που κατασκεύασε στο καθιστικό ένα έπιπλο με μικροσκοπικά λιλιπούτεια ραφάκια, όπου τις ταξινομεί ανάλογα με την προέλευσή τους. Στο κεντρικό ράφι η Ευρώπη, στο απάνω η Ασία, αλλού η Αυστραλία και η Κεντρική Αμερική. Στα κάτω βρίσκονται οι χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής και άλλες άγνωστης προέλευσης, μικροσκοπικά έργα τέχνης με πετραδάκια, ζωάκια, εξωτικά πουλιά, φτιαγμένα από διάφορα υλικά, μέχρι και φίλντισι, ηφαιστειακές πέτρες, σανταλόξυλο ή έβενο. Τις ξεσκονίζει ανελλιπώς, τις ψηλαφεί στα χέρια της, ενώ με απέραντη χαρά τοποθετεί κάθε φορά μια νέα στη συλλογή της, αφού πρώτα ακούσει από τη φίλη της την ιστορία για το ταξίδι της και τις χώρες που η ίδια δεν έχει επισκεφτεί ποτέ.

 

Το αγαπημένο παραμύθι της όταν ήταν μικρή, υπήρξε αυτό της Τοσοδούλας η οποία γεννήθηκε από ένα σπόρο σιταριού, χωρούσε σε μια δαχτυλήθρα και κοιμόταν σε ένα καρυδότσουφλο. Την έκλεψε από τη μητέρα της μια βατραχίνα για να την παντρέψει με τον γιο της αλλά δεν αποδέχτηκε τον γάμο μαζί του, ούτε με τον γέρο τυφλοπόντικα. Δεν ήθελε να περάσει τη ζωή της στα έγκατα της γης «με άφθονη τροφή, χωρίς να της λείψει τίποτα», όπως της έλεγε η προξενήτρα, η κυρία Ποντικίνα.  Γι’ αυτό και το έσκασε από την κλειστή ζωή της για να αναζητήσει τη θέση που της αξίζει στη γη, κάτω από το φως του ήλιου. Ανέβηκε στην πλάτη ενός χελιδονιού, το οποίο είχε περιθάλψει τον χειμώνα και πέταξε μακριά από το κατεστημένο και ένα συμβατικό γάμο.

 

Τα παραμύθια έχουν τις πλείστες φορές happy end. Η Τοσοδούλα συνάντησε τον πρίγκιπα των λουλουδιών, μικρός κι αυτός, στα δικά της μέτρα και όχι στα μέτρα που οι άλλοι και η συντηρητική κοινωνία θα είχαν για πρότυπο. Έχοντας φτερά στην πλάτη πετούν έκτοτε από λουλούδι σε λουλούδι, μες στη χαρά, βοηθώντας στη γονιμότητα και την ισορροπία της φύσης, φέρνοντας την άνοιξη και την ανθοφορία που μόνο η αγάπη και ο έρωτας μπορούν.

 

ΤΕΛΟΣ