Αν κάποιος κρίνει από τις θέσεις του ΔΗΣΥ στα δύο κεφαλαιώδη για τον τόπο μας ζητήματα, τα τελευταία χρόνια η ηγεσία του κόμματος αυτού έχει χαράξει μια πορεία ιδεολογικής και πολιτικής καθαρότητας. Αυτή η αντίληψη οδήγησε στην πλήρη υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης προσέγγισης στα θέματα οικονομίας, σε τέτοιο μάλιστα σημείο, που να θεωρείται σήμερα ο άγιος προστάτης των μεγάλων συμφερόντων. Αυτή η προσέγγιση που μεταφράστηκε και σε ανάλογες προτάσεις και πολιτικές, επέφερε ένα εσωτερικό τραύμα εντός του ΔΗΣΥ το οποίο μετατράπηκε σε ρήγμα. Ο λόγος είναι ότι ο ΔΗΣΥ υπήρξε διαχρονικά ένα κόμμα, κράμα της Λαϊκής Δεξιάς με τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά. Η ετεροβαρής επιλογή της σκληρής νεοφιλελεύθερης προσέγγισης εις βάρος της λαϊκότητας, εν ονόματι της ιδεολογικής καθαρότητας, συντάραξε τις συνειδήσεις της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών και ιδιαίτερα των ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ, που στην πλειοψηφία είναι δέκτες των κτυπημάτων αυτής της γραμμής. Μιας γραμμής που προφανώς και εξ’ αντικειμένου δεν τους εκφράζει.
Και αν κρίνει κάποιος από τις προεκλογικές εξαγγελίες της ηγεσίας του ΔΗΣΥ όπως και την αναγγελία του ΥΠΟΙΚ της νέας κυβέρνησης, αν κερδίσει τις προεδρικές, θα συνεχιστεί. Αυτή η «καθαρή» όπως αποκλήθηκε προσέγγιση είναι και ένας βασικός λόγος ο οποίος έχει προκαλέσει ρήξη στις σχέσεις του ΔΗΣΥ με τα κόμματα του Κέντρου. Η ηγεσία του ΔΗΣΥ προσπαθεί να επικαλύψει αυτήν την ουσιαστική διαφοροποίηση με άλλες δικαιολογίες. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι οι ψηφοφόροι του Κέντρου συνειδητοποιούν αυτήν την μονόπλευρη προσέγγιση και απομακρύνονται από την ηγεσία του ΔΗΣΥ. Άλλωστε αυτήν την απομάκρυνση κατέγραφαν και οι μετρήσεις της κοινής γνώμης πολύ πριν το ΔΗΚΟ, η ΔΗΠΑ και η ΕΔΕΚ, αποφασίσουν ότι δεν θα στηρίξουν της υποψηφιότητα του κ. Νεοφύτου και θα στηρίξουν την υποψηφιότητα του κ. Χριστοδουλίδη.
Αυτή η αντίληψη περι «καθαρότητας» οδήγησε, κατά την άποψη μου και στην απόλυτη προσέγγιση στο θέμα της επιλογής υποψηφίου στις Προεδρικές εκλογές. Μια προσέγγιση η οποία τελικά οδήγησε σε αδιέξοδο και συλλογική απομόνωση. Πως εκφράστηκε αυτή η προσέγγιση; α) Με την απόλυτη θέση ότι «το κόμμα έχει υποψήφιο» και αυτός είναι ο πρόεδρος του, όπως άλλωστε προνοεί το καταστατικό του. Βέβαια τα ίδια προνοούσε το καταστατικό του ΔΗΣΥ και το 2008 αλλά υποψήφιος ήταν ο Γ. Κασουλίδης και όχι ο Ν. Αναστασιάδης. β) Με τη θέση ότι ο υποψήφιος έχει το πρόγραμμα του και όποιος θέλει μπορεί να στηρίξει στη βάση αυτού του προγράμματος και γ) ο υποψήφιος έχει έτοιμο το υπουργικό του συμβούλιο, που μόνο ο ίδιος γνωρίζει. Άρα έχουμε ένα 100% κομματικό υποψήφιο, με το δικό του πρόγραμμα και το δικό του υπουργικό συμβούλιο και όποιος θέλει να τον στηρίξει ας το κάνει. Έχοντας υπόψη όμως όλοι, ότι ισχύουν οι δικές του «καθαρές» θέσεις και το δικό του Υπουργικό Συμβούλιο, διότι οτιδήποτε άλλο, θα είναι «αχταρμάς». Ούτε συναινέσεις, ούτε συνεργασίες και κυρίως ούτε συμμαχίες.
Κατά συνέπεια το ότι κατέληξε να μην έχει καμιά άλλη υποστήριξη πλην την κομματική, ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ, είναι αποτέλεσμα των δικών του χειρισμών, της επιμονής και εμμονής στην καθαρή κομματική υποψηφιότητα και όχι γιατί π.χ. δεν επιθυμεί συνεργασίες γιατί αυτές οδηγούν σε «αχταρμάν». Άλλωστε αυτή η σκέψη δεν ίσχυσε ούτε κατά την εκλογή Γλ. Κληρίδη, ούτε κατά την εκλογή Ν. Αναστασιάδη. Η επιμονή στη θέση έχουμε υποψήφιο, έχουμε πρόγραμμα ελάτε να τον ψηφίσετε, είναι αποδεικτικό στοιχείο, της απροθυμίας για συνεργασίες. Υπήρξε μια ιδιότυπη διλημματική, σχεδόν εκβιαστική, προσέγγιση προς τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις πλην ΑΚΕΛ.
Εκείνο το οποίο αυτόματα κάποιος διερωτάται είναι το εξής. Αφού ο υποψήφιος ενός κόμματος είναι εξαιρετικά δύσκολο αν όχι αδύνατο να εκλεγεί από τον α’ γύρο πως σκέφτεται να χειριστεί το θέμα, στο β’ γύρο, έστω και αν υποθέσουμε ότι περάσει σ’ αυτόν ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ; Σε ποιους θα αποταθεί για στήριξη; Στο ΑΚΕΛ και τους ψηφοφόρους του, όταν θεωρεί καταστροφή για τον τόπο, να έχει λόγο και ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας; Στα κόμματα του ενδιάμεσου χώρου και τους οπαδούς τους, όταν μήνες τα στολίζει με όλα τα επίθετα του ελληνικού λεξιλογίου και ειδικά στο Κυπριακό τα έχει ανακηρύξει εχθρούς της λύσης; ‘Η μήπως έχει αποφασίσει ότι οι παρούσες εκλογές είναι εκλογές μόνο α’ γύρου; Αν από την άλλη αν υποθέσουμε ότι δεν περνά β’ γύρο τι θα κάνει; Θα στηρίξει τους «καταστροφείς» της οικονομίας, τους «αγκυλωμένους σε παρωχημένες εποχές» κ.ο.κ ή στους «θεσοθήρες του κέντρου» και «οπαδούς της διχοτόμησης» όπως τους αποκαλεί. Και, τέλος, είτε περάσει στο β’ γύρο, είτε όχι, πως θα λειτουργήσει εντός Βουλής, αν εκλεγεί ο κ. Μαυρογιάννης ή ο κ. Χριστοδουλίδης. Από θέση σκληρής αντιπολίτευσης όπως ήδη έχει δηλωθεί από τηλεοράσεως μήπως. Το αδιέξοδο είναι εξόφθαλμο και καθαρό.