Για αυτές που κτίζουν πατρίδες, πόλεις και χωριά, συνειδήσεις, περηφάνεια, ιστορία…ζωές που όταν φύγουν δεν χάνονται. Μια τέτοια ζωή είναι αυτή του Αμμοχωστιανού Γεωργίου Πολ Γεωργίου (1901-1972) που συνειδητοποιώντας τις τρομερές αλλαγές που θα επέφεραν τα μελλούμενα χρόνια στο σώμα της Κύπρου, αποτύπωσε ό,τι, μα ό,τι ήταν αληθινό και ουσιαστικό στον τόπο. Να πάτε να δείτε την έκθεση στη Λεβέντειο Πινακοθήκη, θα καταλάβετε καλύτερα τους Βαρωσιώτες και τον θυμό τους, θα ανταμώσετε με την πόλη μας, τους θησαυρούς της σε ανθρώπους και σε έργα! Γιατί ο πολιτισμός είναι ανθρώπων έργο! 

Ο Γεωργίου άφησε σε μας παρακαταθήκη ότι πιο ειλικρινές και αυτούσιο περιτριγύριζε τη ζωή του, την πόλη και το λιμάνι που τόσο αγαπούσε, τα χωριά, τους αγίους, τον κόσμο, τους βρακάδες, τις γεροδεμένες γυναίκες, τις συνήθειες, τις εκκλησιές, τους παπάδες, τους ήρωες, τα μνημεία και τα ερείπια. Για τον Γεωργίου τα μόνα αληθινά πλάσματα ήταν ο κόσμος της υπαίθρου, οι χωριάτες που κατακλύζαν την πόλη και το παζάρι της Αμμοχώστου, οι εργάτες του λιμανιού, τα ρούχα τους, τα σώματά τους, τα χρώματά τους, και των οποίων τα χέρια στο έργο του ήταν εσκεμμένα ζωγραφισμένα μεγάλα και δυσανάλογα με το υπόλοιπο κορμί. 

Συνέθεσε με έναν τελείως δικό του αισθησιακό και ιδιόρρυθμο τρόπο, στιγμές μιας διαχρονικής ιστορίας που μας στοιχειώνει. Που μας ακολουθεί ως όνειρο και εφιάλτης ταυτόχρονα… Το έργο του Γεωργίου αποκαλύπτει τρίσβαθα ιστορίας, πόνου και κυρίως αγάπης απέραντης, «παντοτινής» για τον τόπο.  Όπως ο ίδιος αποκαλύπτει: 

 

«Ερείπια ναών, σωμάτων και ψυχών

Φαμαγκούστα, παλιό βενετσιάνικο λιμάνι της Κύπρος

καράβια σου πλευρίζουνε σε δίστρατα αμαρτίας

καράβια σου αρμενίζουνε με πέτρινα κορμιά

λιμάνια ερείπια και γυμνά,

παλιές μου αγάπες ξαναγυρίζω κοντά σας ο άπιστος»

 

Ο Γεωργίου ήταν γόνος μιας εύπορης αστικής οικογένειας της Αμμοχώστου με ρίζες επτανησιακές, ξάδελφος του άλλου ευπατρίδη, του Ευάγγελου Λουίζου! Σπούδασε νομικά στο Λονδίνο που ελάχιστα εξάσκησε, παντρεύτηκε την αυστριακή Τρούντη και έζησαν στο Βαρώσι στο σπίτι τους στην Οδού Ερμού 136. Τα καλοκαίρια μετακόμιζαν στην Παράγκα, το Μπλέ Μπάγκαλο δίπλα στο ξενοδοχείο King George, ενώ το εργαστήριό του βρισκόταν σε ένα ενετικό αρχοντικό, στο Παλάτσο της μεσαιωνικής πόλης. 

Επέστρεψε από το Λονδίνο το 1933. Στα χρόνια που ακολούθησαν διαμορφώθηκε σιγά σιγά ένα άλλο Βαρώσι και μια διαφορετική Κύπρος από αυτήν που είχε αφήσει. Οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές είχαν αλλάξει στην προσπάθειά όλων να ενταχθούν σ’ έναν νεοφερμένο εισηγμένο ευρωπαϊσμό αποβαλόντας δια παντός την αληθινή τους επιδερμίδα. Η ζωγραφική μπαίνει αργά στη ζωή του, είναι αυτοδίδακτος και της αφιερώνεται εξ’ ολοκλήρου, είναι το καταφύγιο του. Η διαμονή του Γεωργίου στο Λονδίνο του άνοιξε λεωφόρους στην τέχνη, είδε γνώρισε από κοντά ρεύματα και τεχνοτροπίες που σίγουρα τον επηρέασαν στο έργο του.  

Τα πέριξ του ανήσυχα, ο Γεωργίου ζει στο πετσί του τις πολιτικές εξελίξεις, εκφράζει τις ανησυχίες του, γράφει, είναι παρόν στα τεκταινόμενα. Βρισκόμαστε από τέλος της Αποικιοκρατίας, τους Άγγλους τους γνωρίζει από πρώτο χέρι, η ΕΟΚΑ και οι θυσίες των ηρώων τον συγκινούν, δε μένει αμέτοχος, η νεοσύστατη και ανασφαλής δημοκρατία τον ανησυχεί όπως και οι κινήσεις των Τούρκων. Συναισθάνεται το εύθραυστο κλίμα, την ανασφάλεια, την τραγικότητα των στιγμών. Στις μεγάλες του συνθέσεις είναι θεατρικά παρόντες όλοι, επί και γύρω από ένα επίμηκες ξαπλωμένο σώμα, είτε αυτό ανήκει στον Άγιο Σπυρίδωνα, είτε της Κύπρου! Τα σταυρόσχημα ειδώλια, οι παπάδες, οι εκκλησίες, οι στρατιώτες, οι ήρωες της ΕΟΚΑ, ο μιναρές, η Παναγία. 

Παρακολουθεί την κοινωνική αλλαγή του Βαρωσιού, κρατά αποστάσεις από τον  πρωτόγνωρο και ρωμαλέο συνδυασμό της οικονομικής ευρωστίας και της πνευματικής αφύπνισης της Αμμοχώστου. Είχε ένα ολότελα δικό του, περίκλειστο εσωτερικό κόσμο που έκτισε με τη γυναίκα που λάτρευε και τις λιγοστές και επίλεκτες εξωτερικές γνωριμίες. Για τους πολλούς ήταν απόμακρος, δύσκολος στις σχέσεις του με τον κόσμο και παρεξηγημένα υπερόπτης, γιατί ήταν κάτοχος μιας άλλης διάστασης της Κύπρου που λίγοι ήταν σε θέση να καταλάβουν. Είναι χαραγμένη στη μνήμη των Βαρωσιωτών η κλασική ημερήσια βόλτα του Γεωργίου στην οδό Δημοκρατίας. Μπροστά ο σκύλος, σε απόσταση λίγων μέτρων ο Γεωργίου με το γνωστό του καπέλο και πιο πίσω η Τρούντη…

Είναι καλός φίλος ενός άλλου λάτρη της «παντοτινής» Κύπρου, του Ρένου Wideson, όργωσαν μαζί το νησί ρουφώντας ο καθένας εκείνη τη λεπτομέρεια, το στιγμιότυπο του χρόνου που τους προκαλούσε και ενέπνεε. Στο μυαλό του αποτυπώνονται οι εκκλησίες όλου του νησιού που είναι πάντα κάπου στο πίσω μέρος των συνθέσεών του. 

Στο Παλάτσο έκτισε και διακόσμησε τον δικό του Άγιο της Σιωπής, τον Άγιο Σιλένσιο. Οι Άγιοι της Κύπρου είναι παντού στο έργο του, τον ακολουθούν και τον προκαλούν, το σώμα του Χριστού, η Παναγία είναι η πανέμορφη γυναίκα της Κύπρου… Στο διπλανό δώμα, κάτω από τη σκιά μιας τεράστιας μουριάς, έπινε καφέ παρέα με τον Θεόφιλο Μογάπγαπ και τον μουφτή και συζητούσαν τα της μοναδικής πόλης που τους έλαχε, όλα αυτά με το βλέμμα στο λιμάνι που παρακολουθούσε ώρες ατέλειωτες από τους προμαχώνες. 

Το έργο του είναι κατ’ εξοχήν κυπριακό, πολιτικό, τολμηρό, αισθησιακό, πρωτόγνωρα ηρωικό και επικό και απίστευτα συμβολικό.  

 

* Να πάτε να δείτε την έκθεση στη Λεβέντειο Πινακοθήκη, θα καταλάβετε καλύτερα τους Βαρωσιώτες και τον θυμό τους, θα ανταμώσετε με την πόλη μας, τους θησαυρούς της σε ανθρώπους και σε έργα! Γιατί ο πολιτισμός είναι ανθρώπων έργο!

Ελεύθερα, 11.12.2022.