Βρε, βρε πως πως αλλάζουν τα κόμματα οι εκλογές!!! Θέλουν – δεν θέλουν κάποια κόμματα αναγκάζονται και κάνουν στροφή 180 μοιρών, με στόχο να αλιεύσουν όσες περισσότερες ψήφους. Κάποια από αυτά, άλλα έλεγαν πριν από δύο χρόνια και άλλα λένε φέτος. Απτό παράδειγμα αποτελεί το ΔΗΚΟ, το οποίο τον Δεκέμβριο του 2020 είχε εξαπολύσει δριμεία επίθεση κατά της Κυβέρνησης για τη μη παραχώρηση των στοιχείων για τις πολιτογραφήσεις στην Ελεγκτική Υπηρεσία, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να καταψηφίσει τον κρατικό προϋπολογισμό του 2021. Την ίδια στάση τήρησε και η ΕΔΕΚ, η οποία εις ένδειξη διαμαρτυρίας για τους κυβερνητικούς χειρισμούς για σειρά θεμάτων έριξε και αυτή μαύρο στον προϋπολογισμό, όπως κάνει κατά κανόνα.

Δύο χρόνια αργότερα, η εικόνα άλλαξε άρδην. Η έναρξη της συζήτησης του κρατικού προϋπολογισμού του 2023 στη Βουλή δεν συνοδευόταν από αντιπαραθέσεις και από κόντρες. Απλά ήταν μια ζωηρή συζήτηση, που χαρακτηρίζονταν από διάσταση απόψεων, η οποία μάλιστα κινήθηκε σε κόσμια πλαίσια. Σε κάποιες περιπτώσεις, τόσο μεγάλη ήταν η μεταστροφή των κομμάτων, που ούτε τα ίδια δεν αναγνώριζαν τους εαυτούς τους.

Τη συγκεκριμένη τακτική τήρησαν κυρίως τα κόμματα της αντιπολίτευσης (ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ και ΔΗΠΑ), που στηρίζουν την υποψηφιότητα του Νίκου Αναστασιάδη, τα οποία ακολούθησαν την τακτική της μετριοπάθειας. Δηλαδή, αφαίρεσαν από την ατζέντα τους εμπρηστικούς λόγους και απέδωσαν τα εύσημα στην Κυβέρνηση για τη διαχείριση μιας σειράς θεμάτων που σχετίζονται με την οικονομία. Φυσικά, για να είναι κάπως συνεπείς και με τις θέσεις που διατυπώνουν τόσο καιρό, δεν παρέλειψαν να αφήσουν κάποιες αιχμές κατά της Κυβέρνησης, για τους χειρισμούς για το ζήτημα της διαφθοράς, των πολιτογραφήσεων, της ακρίβειας, κλπ.  Κατά την έναρξη της συζήτησης του κρατικού προϋπολογισμού του 2023, ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος και ο πρόεδρος της ΕΔΕΚ Μαρίνος Σιζόπουλος χαμήλωσαν αισθητά τους τόνους. Και αυτό για να καταφέρουν να προσεγγίσουν τους συναγερμικούς ψηφοφόρους, οι οποίοι αμφιταλαντεύονται σε σχέση με τον υποψήφιο που θα στηρίξουν στις προεδρικές εκλογές του Φεβρουάριου.

Κανείς δεν έχει αμφιβολία πως η Κυβέρνηση Αναστασιάδη, η οποία ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, ένα βήμα πριν από την οικονομική κατάρρευση και παρά τις δυσκολίες με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπη, όπως είναι η πανδημία του κορωνοϊού, το Ουκρανικό, ο πληθωρισμός και η ενεργειακή κρίση, κατάφερε να επιστρέψει την οικονομία σε ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ουσιαστικά, η Κυβέρνηση Αναστασιάδη ήταν καταδικασμένη να πετύχει την οικονομική ανάκαμψη της χώρας, καθώς δεν μπορούσε αυτή να φτάσει πιο χαμηλά, καθώς τότε είχε πιάσει πάτο. Φυσικά, εδώ να πιστώσουμε και το ΔΗΚΟ, το οποίο έβαλε πολλές φορές τις πλάτες του για να εγκριθούν σειρά μνημονιακών νομοσχεδίων, έτσι ώστε η χώρα να καταφέρει να εκταμιεύσει τις δόσεις από τους διεθνείς πιστωτές.

Το ίδιο έγινε και με την ΕΔΕΚ, η οποία το 2021 πήρε κάποια ανταλλάγματα από την Κυβέρνηση (παρόλο που στην πορεία την ξεγέλασε και δεν τα υλοποίησε στο σύνολο τις δεσμεύσεις της) και έδωσε το πράσινο φως για στον κρατικό προϋπολογισμό του 2022.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η ΔΗΠΑ φέτος, η οποία από την ημέρα που πέτυχε είσοδο στη Βουλή αυτός είναι ο δεύτερος ο προϋπολογισμός που καλείται να εγκρίνει. Παρόλο που δεν έχει ιδιαίτερο κοινοβουλευτικό παρελθόν ως κόμμα, ωστόσο στις τοποθετήσεις του ο πρόεδρος του κόμματος Μάριος Κάρογιαν τήρησε την ίδια γραμμή με τα προαναφερθέντα κόμματα. Δηλαδή, αυτή των έμμεσων επικρίσεων και παράλληλα των ευσήμων.

Συνεπές στις αντιπολιτευτικές του θέσεις του ήταν το ΑΚΕΛ, με τον γενικό γραμματέα Στέφανο Στεφάνου να εξαπολύει ολομέτωπη επίθεση κατά της Κυβέρνησης. Από την άλλη, ΕΛΑΜ και Οικολόγοι τοποθετήθηκαν κυρίως σε θέματα δικού τους ενδιαφέροντος.

Η αλλαγή της στάσης της συμμαχίας των κομμάτων που στηρίζουν Χριστοδουλίδη δείχνει πως για χάρη της εξασφάλισης της προεδρίας μπορούν άμα θέλουν να βάλουν νερό στο κρασί τους. Τη συγκεκριμένη τακτική θα πρέπει να ακολουθούν όλα τα κόμματα, όχι μόνο ενόψει προεδρικών εκλογών. Αντί να τσακώνονται σαν τα κοκόρια και να προβαίνουν σε ανούσιες αντιπαραθέσεις, θα ήταν καλό να βρίσκουν συναινετικές λύσεις για το καλό του κόσμου, των επιχειρήσεων, της οικονομίας και της χώρας γενικότερα.