Σχεδόν τρία χρόνια μετά την πανδημία της νόσου Covid, η τυφλή υπακοή στην πολιτική «μηδενικής ανοχής», που εφάρμοσε η κυβέρνηση του Πεκίνου για να περιορίσει τα κρούσματα, εξελίχθηκε σε ένα πρωτόγνωρο για τη χώρα κύμα οργής, με διαμαρτυρίες σε πολλές πόλεις. Το αυξανόμενο κόστος της πολιτικής για μηδενικά κρούσματα φαίνεται ότι αφύπνισε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού γύρω από τις μεγάλες προκλήσεις, που αντιμετωπίζει η χώρα και τις φθίνουσες προσδοκίες του.

Χαρακτηριστικό των διαδηλώσεων στη μοναδική μεγάλη παγκόσμια οικονομία, που εξακολουθούσε μέχρι πρόσφατα να εφαρμόζει την «πολιτική μηδενικής ανοχής» ήταν η πρωτοφανής μαζικότητα, αφού ναι μεν οι διαδηλώσεις μικρής κλίμακας δεν είναι ασυνήθιστες, αλλά μέχρι τώρα σχεδόν όλες περιορίζονταν σε τοπικά ζητήματα.

Αν και λόγω του αυστηρού ελέγχου των πληροφοριών από τις κινεζικές Αρχές και των περιορισμών στις μετακινήσεις στο εσωτερικό της χώρας, είναι δύσκολο να επιβεβαιωθεί ο ακριβής αριθμός των διαδηλωτών, εντούτοις, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τέτοιου είδους κινητοποιήσεις είναι σπάνιες στην Κίνα, εξαιτίας της καταστολής οποιασδήποτε μορφής αντιπολίτευσης. Όπως τονίζουν τα ΜΜΕ διεθνώς, για πρώτη φορά εδώ και 33 χρόνια, από την εποχή της διαμαρτυρίας των φοιτητών στην πλατεία Τιενανμέν του Πεκίνου, χιλιάδες άνθρωποι ξεσηκώθηκαν για έναν κοινό σκοπό, με την απαίτηση να σταματήσουν τα αυστηρά lockdown, που ουσιαστικά μετέτρεψαν τους ανθρώπους σε κρατούμενους.

Μπορεί, λοιπόν, για την αποφόρτιση της κατάστασης να θεωρήθηκε ως απαραίτητη και επιτακτική η χαλάρωση των μέτρων, η οποία θα δώσει ανάσα στους πολίτες, θα ήταν όμως «μυωπικό» να θεωρήσουμε ότι οι διαμαρτυρίες αποτελούν κάποιες προσωρινές εκφράσεις δυσφορίας για την προσωπική ελευθερία, χωρίς να λάβουμε υπόψη τη γενικότερη άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής, τις επιπτώσεις στην ευημερία των Κινέζων πολιτών και τις προεκτάσεις στην ισχύ της χώρας. Άλλωστε, η διαχείριση της πανδημίας αποτελεί μία μόνο εκδήλωση της γενικότερης αφοσίωσης του Πεκίνου στον εσωτερικό έλεγχο και την ασφάλεια, πολιτικές με ευρύτερες προεκτάσεις στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας και στην ευημερία των πολιτών.

Πρέπει, λοιπόν, να σημειωθεί ότι παρόλο που τις δύο προηγούμενες δεκατίες η κινεζική Οικονομία κατέγραφε μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 9% στο πραγματικό ΑΕΠ, εντούτοις, για την περίοδο 2022 το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προέβλεψε ανάπτυξη κάτω από 4%, και συγκεκριμένα 3,2%, έναντι του επίσημου στόχου του 5,5%.

Η ανάπτυξη της Κίνας σαφώς και παραμένει σε θετική τροχιά, εντούτοις η απότομη επιβράδυνση από την προηγούμενη πορεία υπερανάπτυξης, προκαλεί εύλογα ερωτηματικά για τη συνέχεια, την ώρα, που έχουν έρθει στο φως βαθύτερα διαρθρωτικά προβλήματα, όπως π.χ. στον τομέα των ακινήτων, γεγονός που σημαίνει ότι παρόλο που η κυβέρνηση χαλάρωσε κάποια μέτρα για την COVID-19, εντούτοις εάν δεν προβεί στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, πιθανόν η Οικονομία να ανακάμψει βραχυπρόθεσμα, αλλά νέες κρίσεις τα αμέσως επόμενα χρόνια πιθανόν να πυροδοτήσουν εκρηκτικές καταστάσεις.

Αν λάβουμε, μάλιστα, υπόψη το γεγονός ότι στην τρίτη θητεία του ο Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να επικεντρωθεί πιο πολύ στην εθνική ασφάλεια, τον εσωτερικό έλεγχο και τις γεωπολιτικές προκλήσεις, παρά στην οικονομική ανάπτυξη και τις μεταρρυθμίσεις, όπως διαφαίνεται από το αποτέλεσμα του 20ού Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, αντιλαμβανόμάστε ότι το τελευταίο αποτελεί ένα πιθανό σενάριο.

Πέραν από τις επιπτώσεις στο εσωτερικό, πρέπει καταληκτικά να σημειωθεί ότι η επιμονή του Σι Τζινπίνγκ στην ασφάλεια, με αναπόφευκτες επιπτώσεις στην Οικονομία, έχει σαφώς αντίκτυπο και στη θέση και επιρροή της Κίνας στο παγκόσμιο γίνεσθαι, αφού ως δύναμη στηρίζεται κατά κόρον στην οικονομική ισχύ της, γεγονός με ευρύτερες διεθνείς προεκτάσεις και επικείμενες διπλωματικές εντάσεις.