
Οι λέξεις κλειδιά που θα σπρώξουν μπροστά την κυπριακή οικονομία είναι δύο. Είναι η ανταγωνιστικότητα και η παραγωγικότητα. Πρόκειται για δύο λέξεις κλειδιά, που ως έννοιες είναι ταυτόσημες. Είναι αδέλφια δίδυμα, πλην όμως στην Κύπρο ζουν μακριά και χώρια, γιατί δυστυχώς διαχρονικά το πολιτικό μας σύστημα δεν ασχολείται καθόλου με την παραγωγικότητα, η οποία μόνιμα βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα και δεν συγκρίνεται ευνοϊκά με τους ευρωπαϊκούς δείκτες. Η χαμηλή παραγωγικότητα αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της κυπριακής οικονομίας.
Δεν μας εκπλήττει καθόλου το γεγονός πως η Κύπρος κατρακυλά κατά καιρούς στον παγκόσμιο χάρτη της ανταγωνιστικότητας. Αυτό το κατρακύλισμα οφείλεται κατά κύριο λόγο στη χαμηλή παραγωγικότητα, η οποία ανέρχεται στο 75.5% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Δυστυχώς, όταν φθίνει η παραγωγικότητα μιας οικονομίας, η ανταγωνιστικότητα της διολισθαίνει προς τα κάτω. Και αυτό είναι επικίνδυνο.
Η παραγωγικότητα αποτελεί το φτωχό και παραμελημένο παιδί της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής. Πρόκειται για ένα θέμα που βρίσκεται στα αζήτητα με ό,τι αυτό σημαίνει για την πρόοδο και την ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας.
Με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία, η ευθύνη για τη βελτίωση της παραγωγικότητας ανήκει στους εργοδότες και στην Κυβέρνηση.
Τα τελευταία 16 τουλάχιστον χρόνια τέτοιαν ευθύνη δεν ανέλαβε κανένας. Ούτε οι εκάστοτε κυβερνήσεις, ούτε οι εργοδότες επέδειξαν το απαιτούμενο ενδιαφέρον για να εκπονήσουν πολιτικές και να υλοποιήσουν προγράμματα για τη βελτίωση της.
Με το θέμα ασχολούνται φορτικά τα τελευταία χρόνια η ΣΕΚ και το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών (ΚΟΕ) του Πανεπιστημίου Κύπρου, το οποίο κατά καιρούς υπέδειξε με σημασία, αλλά και αυστηρότητα, πως «η Κύπρος κατέχει μια από τις χαμηλότερες θέσεις στην κατάταξη των ευρωπαϊκών χωρών και η κυπριακή οικονομία θα πρέπει να αυξήσει περισσότερο την παραγωγικότητα της για να καταφέρει να φτάσει τις χώρες που βρίσκονται ψηλά στην κατάταξη».
Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας δεν θα βελτιωθεί μόνο με τη μείωση των μισθών και των άλλων ωφελημάτων που απολαμβάνουν οι μισθωτοί πολίτες, αλλά η βελτίωση της θα επέλθει κυρίως μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας.
Τα γεγονότα επιβεβαιώνουν την ορθότητα της πιο πάνω θέσης, αφού στην Κύπρο μειώσαμε μισθούς και ωφελήματα, παγοποιήσαμε για εφτά χρόνια την Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) κ.λ.π., όμως η ανταγωνιστικότητα όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, αλλά βούτηξε προς τα κάτω, όπως αναφέρει και τεκμηριώνει και η Ευρωπαϊκή Ένωση σε πρόσφατη ανάλυσή της για την Κύπρο.
Καταληκτικά και συμπερασματικά λέμε πως η παραγωγικότητα της κυπριακής οικονομίας θα βελτιωθεί μέσα από την εκπαίδευση και κατάρτιση των εργαζομένων, μέσα από την επένδυση στη σύγχρονη τεχνολογία αλλά και μέσα από την αποφυγή της αλόγιστης χρησιμοποίησης αλλοδαπών ανειδίκευτων εργατών. Η μαζική και χωρίς μέτρο εργοδότηση τέτοιων εργατών υποβάθμισε τα μέγιστα την ποιότητα και την παραγωγικότητα, κυρίως της ξενοδοχειακής βιομηχανίας και όχι μόνο.
Όσο αρνούμαστε να αντιληφθούμε τις πιο πάνω πραγματικότητες, τόσο περισσότερο θα διαιωνίζεται το πρόβλημα.
Υ.Γ.: Ο κυκλοφοριακός εφιάλτης που ζουν κάθε πρωί οι εργαζόμενοι δεν βοηθά στην αύξηση της παραγωγικότητας. Όταν οι άνθρωποι φθάνουν στα γραφεία τους κουρασμένοι και θυμωμένοι, δεν μπορούν να είναι και παραγωγικοί. Και αυτή την αντιπαραγωγική διάσταση και το κόστος το πληρώνει η κυπριακή οικονομία.
* Υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομικών Μελετών της ΣΕΚ.