
Το αξίωμα που αποτελεί βασικό ανθρώπινο δικαίωμα και θεμελιώδη ελευθερία, ότι κανένας άνθρωπος δεν διώκεται εκ δευτέρου για το αυτό αδίκημα που έχει απαλλαγεί ή καταδικαστεί, προβλέπεται στο άρθρο 12.2 του Συντάγματος και βρίσκει εφαρμογή στο άρθρο 137(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155.
Συγκεκριμένα, προνοείται ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δύναται να ασκήσει έφεση ή να εγκρίνει την άσκηση έφεσης από αθωωτική απόφαση Κακουργιοδικείου ή Επαρχιακού Δικαστηρίου για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους: (i) ότι δεν υπήρξε απόδειξη βάση της οποίας το Δικαστήριο μπορούσε εύλογα να διαπιστώσει πραγματικό γεγονός ή γεγονότα αναγκαία για τη θεμελίωση της απόφασης αυτής, (ii) ότι απόδειξη έγινε πλημμελώς δεκτή ή αποκλείστηκε, (iii) ότι ο νόμος εφαρμόστηκε πλημμελώς επί των πραγματικών γεγονότων και (iv) ότι υπήρξε αντικανονικότητα της διαδικασίας.
Το Εφετείο μόνο στα πλαίσια αυτών των πολύ αυστηρών προϋποθέσεων μπορεί να αναλάβει δικαιοδοσία και να ελέγξει την ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου να αθωώσει και απαλλάξει κατηγορούμενο και δεν εξετάζει ευρήματα που αφορούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το παραδεκτό της έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης περιορίζεται στην εξέταση των πιο πάνω νομικών σημείων και δεν εξετάζονται ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου επί γεγονότων.
Το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών, κατόπιν ελέγχου από λειτουργό του, διαπίστωσε ότι κατ’ ισχυρισμό διαπράττονταν αδικήματα κατά παράβαση του περί Κτηματομεσιτών Νόμου του 2010, Ν.71(Ι)/2010, που αφορούσαν την άσκηση και την προώθηση της διαφήμισης του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη από πρόσωπα τα οποία κατ’ ισχυρισμό δεν ήταν εγγεγραμμένα στο μητρώο των κτηματομεσιτών και δεν είχαν σε ισχύ ετήσια άδεια. Επιπρόσθετα, φέρονταν να προβαίνουν σε προβολή ή/και διαφήμιση κτηματικής συναλλαγής αναφορικά με ακίνητη περιουσία ενώ δεν ήταν εγγεγραμμένοι κτηματομεσίτες.
Διατυπώθηκε κατηγορητήριο εναντίον τους και το πρωτόδικο δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, τους αθώωσε και απάλλαξε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, καθόσον μετά από αξιολόγηση της μαρτυρίας, το δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του λειτουργού του Συμβουλίου ούτε και την ερμηνεία των τεκμηρίων που προσκόμισε. Το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών εφεσίβαλε την απόφαση εγείροντας νομικά σημεία που αφορούσαν την αντικανονικότητα της διαδικασίας, ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι προκλήθηκε σύγχυση στους κατηγορούμενους και επηρεάστηκαν τα δικαιώματα τους, καθώς και την κατάληξη περί ελαττωματικού κατηγορητηρίου ικανού να οδηγήσει σε απόρριψη της υπόθεσης.
Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε την έφεση στα πλαίσια της απόφασης του στην Π.Ε.190/2021, ημερ.19.1.2023, κρίνοντας παραδεκτή την έφεση αναφορικά με τα νομικά σημεία, αλλά απαράδεκτη σε σχέση με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η Δικαστής κα Στάλω Χατζηγιάννη που εξέδωσε την απόφαση αναφέρθηκε στα γεγονότα και στο ιστορικό της υπόθεσης και ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, κατέληξε ότι στη βάση των γεγονότων το Συμβούλιο απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον των κατηγορουμένων και συνακόλουθα αυτοί αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν των κατηγοριών.
Με παραπομπή στο άρθρο 137(1) του Κεφ.155, το Δικαστήριο εξέτασε το παραδεκτό της έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης και υιοθέτησε τη σχετική νομολογία επί του θέματος που αναφέρει ότι όσο ισχυρή και να είναι η επιχειρηματολογία η οποία έχει αναπτυχθεί προς θεμελίωση του εσφαλμένου των ευρημάτων του δικαστηρίου, αυτή δεν μπορεί να εξεταστεί εκτός αν κριθεί ότι η έφεση είναι όντως παραδεκτή. Συναφώς αναφέρει ότι η πλήρωση των αυστηρών προϋποθέσεων του άρθρου 137(1) αποτελεί όρο ανάληψης δικαιοδοσίας από το Εφετείο, ώστε να δύναται να ελέγξει την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.
Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε τα νομικά σημεία που ήγειρε το Συμβούλιο περί εσφαλμένης κατάληξης του δικαστηρίου ότι προκλήθηκε σύγχυση στους κατηγορούμενους και επηρεάστηκαν τα δικαιώματα τους, καθόσον οι ίδιοι ουδέποτε έθεσαν τέτοιο ζήτημα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πρωτόδικα. Επίσης, εσφαλμένη ήταν και η πρωτόδικη κρίση περί παραπλάνησης των κατηγορουμένων χωρίς να αιτιολογηθεί επαρκώς σε τι συνίσταται η εν λόγω παραπλάνηση τους, επανέλαβε όμως ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε ζήτησαν λεπτομέρειες από το Συμβούλιο προφανώς γιατί γνώριζαν τι ακριβώς είχαν να αντιμετωπίσουν.
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε όμως μη παραδεκτή την έφεση αναφορικά με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας που είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, αφού ουσιαστικά προσβάλλονταν τα ευρήματα του που εκφεύγουν της εμβέλειας του άρθρου 137(1)(α), εφόσον με αυτούς του λόγους έφεσης στην πραγματικότητα το Συμβούλιο καλούσε το Εφετείο να εξετάσει εξ’ υπαρχής τους ισχυρισμούς και τη μαρτυρία ως πρωτόδικο δικαστήριο.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα