Ακούγεται λίγο βαρύ, αλλά η κυβέρνηση στην Ελλάδα κατάφερε με τους χειρισμούς της κάτι που δεν είχαν καταφέρει ούτε η Γερμανική Κατοχή, αλλά ούτε κι αυτή ακόμα η Χούντα των Συνταγματαρχών: να κλείσει την ιστορική Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Μαζί έκλεισε και η σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας και στη χώρα που γέννησε το θέατρο υπάρχει έντονα η αίσθηση στην καλλιτεχνική κοινότητα ότι βιώνει την απόλυτη απαξίωση.
Εδώ και ενάμιση μήνα, με την υπογραφή του διαβόητου Προεδρικού Διατάγματος 85/2022 που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου υποβιβάζοντας και τυπικά τις τριετείς καλλιτεχνικές σπουδές στο επίπεδο του απολυτηρίου Λυκείου, οι σπουδαστές διεκδικούν τα αυτονόητα δικαιώματά τους, τα κρατικά θέατρα έπαψαν να λειτουργούν, οι δημόσιες δραματικές σχολές και η ΚΣΟΤ επίσης, το διδακτικό έτος χάθηκε οριστικά, οι διδάσκοντες παραιτήθηκαν ομαδικά σε μια εκπληκτική σε συμβολικό -και όχι μόνο- επίπεδο κίνηση συμπαράστασης.
Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση, συνεχίζει να βλέπει παντού αντιπολιτευτικά φαντάσματα και σε οποιαδήποτε μορφή κριτικής και αντίδρασης τα ρίχνει όλα στον ΣΥΡΙΖΑ και σφυρίζει αδιάφορα. Για κακή της τύχη, εδώ που έφτασε πια το πράγμα δεν έμειναν να κάνει και πολλά. Έσκασε στα χέρια της μια βόμβα που είχε πυροδοτηθεί εδώ και δεκαετίες και περίμενε κάποιον να κάνει τη λάθος κίνηση με μια τροπολογία. Οι αδέξιοι χειρισμοί έθεσαν στο επίκεντρο το αδιαβάθμητο κι έστρεψαν το σύνολο σχεδόν του καλλιτεχνικού κόσμου εναντίον της. Κι άντε τώρα να συμμαζέψεις τα ασυμμάζευτα…
Δεν θα ήμουν καθόλου άδικος αν έλεγα ότι η απέχθεια που τρέφουν οι συγκεκριμένοι κυβερνώντες διαχρονικά για τους ανθρώπους του πολιτισμού έχει πολιτική και θεσμική βάση, απαξιώνουν ιδεολογικά και υποτιμούν συνειδητά τη σημασία του πολιτισμού. Την αντιμετωπίζουν σαν μια αμελητέα, υπερβολικά φωνακλάδικη μερίδα ανθρώπων που απλώς τυγχάνει να έχει βήμα. Έτσι, τώρα που η θύελλα φούντωσε, δυσκολεύονται να διαχειριστούν το πρόβλημα και τις διαστάσεις του.
Τη στιγμή όμως που το Σύνταγμα προνοεί ότι η ανώτερη εκπαίδευση των δραματικών σχολών πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια, ειδικά όταν αφορά επαγγελματικά δικαιώματα, δεν μπορεί να αφήνει για κανέναν λόγο αδιαβάθμητη την Ανώτερη παιδεία. Δεν αφήνει περιθώρια για κάτι τέτοιο ούτε η ανωτατοποίηση των ΤΕΙ και της ανώτερης εκπαίδευσης. Εν μέσω της κατακραυγής οι κυβερνώντες επιλέγουν είτε να τηρούν σιγή ιχθύος, είτε να θολώνουν σκόπιμα τα νερά, είτε να πετούν την μπάλα στην εξέδρα. Υποψιάζομαι ότι έχουν καταλάβει την γκάφα, όμως είναι πλέον αργά.
Το 2016, όταν Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού ήταν ο Αριστείδης Μπαλτάς είχε εξαγγείλει τη σύσταση διυπουργικής επιτροπής για την ίδρυση Ακαδημίας Τεχνών, μια παλιά ιδέα που επιδίωξε να επαναφέρει με μοναδικό στόχο να λύσει το συγκεκριμένο πρόβλημα. Ενώ οι κρατικές Σχολές Καλών Τεχνών καλύπτουν τους εικαστικούς καλλιτέχνες, οι καλλιτέχνες του θεάτρου, της μουσικής, του κινηματογράφου μένουν ακάλυπτοι και το πτυχίο ακόμη και των κρατικών δραματικών σχολών είναι αδιαβάθμητο. Το πρόβλημα γιγαντώθηκε με την κατάργηση των ΤΕΙ και τη μετατροπή τους σε πανεπιστημιακά ιδρύματα.
Η ιδέα του Μπαλτά, όπως την είχε περιγράψει και σε συνέντευξη που είχε δώσει στον «Φιλελεύθερο», ήταν η ένταξη των κρατικών σχολών καλών τεχνών, των δραματικών σχολών, της ΚΣΟΤ και του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης -που είναι πρόσωπα δημοσίου δικαίου- κάτω από την ομπρέλα μιας Ακαδημίας Τεχνών που θα προσφέρει αναγνωρισμένο κρατικό τίτλο σπουδών. Σε εξέλιξη αυτής της ιδέας, ο Μπαλτάς εισηγούνταν την εξεύρεση τρόπων ώστε απόφοιτοι ιδιωτικών σχολών να μπορούν με εξετάσεις ή πρόσθετη φοίτηση να αντιστοιχήσουν το πτυχίο τους. Διαβεβαίωνε μάλιστα ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει με ελάχιστο κόστος. «Το επιχείρημα δεν είναι μόνο κοινωνικό, ότι δηλαδή δεν αναγνωρίζονται τα πτυχία των καλλιτεχνών, αλλά θα τολμούσα να πω ότι είναι και καλλιτεχνικό πια. Οι σύγχρονες μορφές δημιουργίας εμπλέκουν όλες τις τέχνες. Συνεπώς, μια Ακαδημία Τεχνών όπου θα μπορούν να συλλειτουργούν θα είναι ένα ενδιαφέρον βήμα» έλεγε.
Δεν χρειάζεται βέβαια να πω ότι το βήμα αυτό, που θα μπορούσε να δώσει λύση σε ένα απλό πρόβλημα που μέσα στον κυκεώνα της ελληνικής γραφειοκρατείας μετατράπηκε σε γόρδιο δεσμό, δεν τολμήθηκε ούτε επί ΣΥΡΙΖΑ (που πλέον έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει ένα απρόσμενο επικοινωνιακό δώρο), ούτε φυσικά επί Μητσοτάκη. Και ήρθε τώρα το Προεδρικό Διάταγμα να λύσει τον γόρδιο δεσμό με τον παλιό καλό τρόπο: κόβοντάς τον. Στρίμωξε τις οκτώ βαθμίδες που αναγνωρίζει η Εκπαίδευση στις τέσσερις κατηγορίες που αναγνωρίζει το Προσοντολόγιο του Δημοσίου και μετέτρεψε τους απόφοιτους σε Δ.Ε.
Με τις εκλογές να πλησιάζουν επικίνδυνα, η κυβέρνηση δεν έχει άλλη επιλογή αλλά να βρει μια ουσιαστική λύση σε έναν γρίφο 20 σχεδόν ετών. Που βέβαια δεν είναι και τόσο πολύπλοκος αν υπάρχει η βούληση. Ο πρωθυπουργός αρκέστηκε μέχρι τώρα σε μια αλλ’ αντ’ άλλων ανάρτηση- ανακοίνωση στο Facebook, υποσχόμενος διαβάθμιση στις σπουδές παραστατικών τεχνών μέχρι το 2025. Αυτό δείχνει ότι εξακολουθεί να υποτιμά ένα πρόβλημα που θα του κοστίσει πολύ ακριβά. Είναι ζήτημα χρόνου να το διαπιστώσει.
Ελεύθερα, 12.2023