• Ευελπιστούμε ότι το άνοιγμα σε νέες πολλά υποσχόμενες αγορές δεν θα είναι παροδικό ή ευκαιριακό
  • Μία επιπρόσθετη μεγάλη πρόκληση για τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις είναι  το ιδιαίτερα ψηλό κόστος των τροφίμων, των πρώτων υλών και ιδιαίτερα της ενέργειας

Τα όσα βιώσαμε το 2022 όσο και τα δύο προηγούμενα χρόνια της πανδημίας του COVID-19 κατέδειξαν την ανθεκτικότητα του κυπριακού τουρισμού αλλά και την ανάγκη για σοβαρή και συγκροτημένη προσέγγιση σημαντικών ζητημάτων που απασχολούν τον τομέα εδώ και δεκαετίες. Ένα από αυτά τα ζητήματα είναι και η ευρύτερη στρατηγική σε σχέση με την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει ο τομέας στην Κύπρο.

Ένα βασικό συμπέρασμα που προκύπτει, από τα όσα βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, είναι και η ορθότητα της πάγιας και διαχρονικής θέσης του ΣΤΕΚ, όπως διατυπώνεται από την ίδρυσή του το 1997, ότι είναι επιβεβλημένη η στροφή στον ποιοτικό τουρισμό. Σήμερα, και σε μεγάλο βαθμό εξ ανάγκης αφού αυτό επιζητεί ο σύγχρονος τουρίστας, όλοι προτάσσουν την ανάγκη για παροχή ενός ποιοτικού τουριστικού προϊόντος.

Η επιμονή του ΣΤΕΚ όλα αυτά τα χρόνια δεν ήταν τυχαία. Ο ποιοτικός τουρισμός, άλλωστε, είναι και ο λόγος ύπαρξης του ΣΤΕΚ. Είχαμε εντοπίσει και επαναλαμβάναμε με κάθε ευκαιρία τα σημάδια κορεσμού του τομέα. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ό,τι το 2001 οι αφίξεις τουριστών στην Κύπρο ήταν 2.7 εκατ. και τα έσοδα σχεδόν €2.2 δισ., ενώ το 2019 όταν οι αφίξεις έφτασαν τα 3.9 εκατ., τα τουριστικά έσοδα ήταν μόλις €2.6 δισ. Δηλαδή οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά περίπου 44% και τα έσοδα μόλις 18%. Το 2022 η σύγκριση αφίξεων και εσόδων είναι καλύτερη. Μέχρι τον Σεπτέμβριο είχαμε 2.5 εκατομμύρια αφίξεις τουριστών οι οποίοι δαπάνησαν €1.9 δισ. με την κατά κεφαλή δαπάνη να είναι αυξημένη σε σύγκριση με το 2021. Ευελπιστούμε ότι αυτή η τάση δεν  είναι συγκυριακή  και πως αυτό το άνοιγμα σε νέες πολλά υποσχόμενες αγορές δεν θα είναι παροδικό ή ευκαιριακό. Θεωρούμε συνεπώς ότι, η νέα κυβέρνηση που θα εκλεγεί θα πρέπει να συνεχίσει αυτή την προσπάθεια. Θα πρέπει να συνεχίσει η αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, της εμπειρίας και η αύξηση της συνδεσιμότητας. Ταυτόχρονα είναι  πρωταρχικής σημασίας οι Τοπικές Αρχές επιτέλους να αναλάβουν το ρόλο και τις ευθύνες που τους αναλογούν στην αντιμετώπιση της ηχορύπανσης και της οπτικής ρύπανσης που κυριολεκτικά μαστίζουν τις τουριστικές μας περιοχές.   

Το 2022 ήταν ιδιαίτερα δύσκολο λόγω της απώλειας της ρωσικής αγοράς, της μικρότερης ουκρανικής, αλλά και της ευρύτερης αβεβαιότητας στην Ευρώπη. Ωστόσο, αντιδράσαμε ορθά όλοι, κυβέρνηση, επιχειρήσεις και οργανωμένα σύνολα με αποτέλεσμα η καλή πορεία του τουρισμού να έχει καθοριστική συμβολή στο θετικό ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας, ο οποίος εκτιμάται για ολόκληρο το έτος στο 6% του ΑΕΠ. Για το 2023 αυτό που κυριαρχεί είναι και πάλι η αβεβαιότητα. Αβεβαιότητα που δημιουργείται από διάφορους παράγοντες όπως είναι η διατήρηση του πληθωρισμού σε ψηλά επίπεδα και η αποδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών σε παραδοσιακές και αναδυόμενες αγορές όπως η Αγγλία, η Γερμανία και η Γαλλία. Το αρνητικό οικονομικό κλίμα που επικρατεί μπορεί να επηρεάσει ποικιλοτρόπως. Κάποιοι δυνητικοί πελάτες μπορεί να αποφασίσουν να μην ταξιδέψουν, κάποιοι να κάνουν διακοπές για λιγότερες μέρες και κάποιοι ίσως επιλέξουν πιo φθηνούς προορισμούς.

Αβεβαιότητα εξακολουθεί να επικρατεί και για την έκβαση της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Σε κάθε περίπτωση, τη ρωσική αγορά θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε ως καινούργια και να την προσεγγίσουμε ξανά εξ υπαρχής όταν και εφόσον τελειώσει ο πόλεμος και αρθούν οι περιορισμοί στα ταξίδια.

Μία επιπρόσθετη μεγάλη πρόκληση για τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις είναι  το ιδιαίτερα ψηλό  κόστος των τροφίμων, των πρώτων υλών και ιδιαίτερα η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους. Κατά το 2022 συνειδητά δεν αυξήσαμε τις τιμές και ήταν κάτι που αναγνώρισαν οι οργανωτές ταξιδιών αφού ήμασταν από τους ελάχιστους προορισμούς που διατηρήσαμε σταθερές τις χρεώσεις. Ωστόσο, γίνεται αντιληπτό πως αν διατηρηθεί το κόστος λειτουργίας  σε τόσο ψηλά επίπεδα τότε θα τεθεί σε αμφιβολία η όλη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων του τομέα. Γι’ αυτό και έχουμε ζητήσει επιτακτικά να επεκταθεί και στα ξενοδοχεία το Virtual Net Metering όσον αφορά τουλάχιστον το 80% της κατανάλωσης ενέργειας χωρίς πλαφόν και περιορισμούς. Τις πιο πάνω προκλήσεις δυστυχώς φαίνεται πως δεν κατανοούν ή αγνοούν και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίες σε μία τόσο κομβική συγκυρία επιμένουν σε μη ρεαλιστικές διεκδικήσεις.

Το φαινόμενο της έλλειψης προσωπικού στον τομέα θα είναι έντονο και το 2023 όχι μόνο στην Κύπρο αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η λύση των εργαζομένων από τρίτες χώρες είναι η μοναδική διέξοδος. Ως ΣΤΕΚ τονίζουμε πως είναι μία λύση ανάγκης  η οποία συνεπάγεται αρκετά ψηλό κόστος για μία επιχείρηση. Ωστόσο, υπό τα σημερινά δεδομένα μας δεν έχουμε άλλη επιλογή.

Σημαντικές ρυθμίσεις θα πρέπει να γίνουν και για τα ακίνητα που προσφέρονται για βραχυχρόνια μίσθωση. Ως ξενοδόχοι δεν αντιτασσόμαστε στη λειτουργία τους και αναγνωρίζουμε πως πρόκειται για μια παγκόσμια τάση που ήρθε για να μείνει. Ωστόσο, ζητούμε ίση φορολογική μεταχείριση και ανάλογο πλαίσιο λειτουργίας.

*Αντιπρόεδρος ΣΤΕΚ