Με το τελευταίο αντίο στα δικά μας τα παιδιά,  τον Κυπριανό και την Αναστασία, γράφεται ο επίλογος της ανείπωτης τραγωδίας που τόσο ξαφνικά και απρόσμενα συγκλόνισε τους πάντες εκείνο το βράδυ στα Τέμπη. Χθες το απόγευμα με ειδική πτήση παραλήφθηκαν οι σοροί για ν’ ακολουθήσει η επόμενη πράξη της κήδευσής τους. Πού να χωρέσει τόσος πόνος, τόση θλίψη, τόση οδύνη, τόσος σπαραγμός ψυχής, όταν ακόμα παραμένει απίστευτο αυτό που συνέβη στις σιδηροδρομικές ράγες εκείνο το μοιραίο βράδυ;

Το φτερούγισμα δύο αδαμάντινων χαρακτήρων προς τα ουράνια, αποτυπώνει τον εναγκαλισμό τους με την αιωνιότητα. Η ομορφιά του σώματος και της ψυχής τους, το αγέρωχο ανάστημά τους, η λεβεντιά τους, το ξεχωριστό ήθος τους, που διαχεόταν ως μια απαλή αύρα που θρόιζε πέραν των γήινων, δεν επιτρέπουν τον οποιοδήποτε συμβιβασμό με τον θάνατο. Γι’ αυτό θα δηλώνουν αιώνια παρόντες. Έτσι απλά γιατί αυτό και μόνο ταιριάζει στην αρχοντιά τους, στο ανάστημά τους.  

Από την άλλη, όμως, το ερώτημα εξακολουθεί να προβάλλει ακόμα πιο βασανιστικό και μαστιγωτικό. Πόσος συσσωρευμένος παραλογισμός, πόση μαζεμένη βλακεία και ηλιθιότητα, πόση ανικανότητα; Χρειάζεται όντως ξεχωριστή ικανότητα για να κατορθώνεις το ακατόρθωτο. Να βιώνεις όλες αυτές τις ατέλειωτες τραγωδίες που προκύπτουν κατά συρροή και να προσπαθείς κιόλας να βρεις μια λογική εξήγηση, χωρίς τον κίνδυνο να υποστείς ολικό αμόκ τρέλας. Πόσο ανίκητο είναι τελικά το ανίκανο κράτος για να μετράς τραγωδίες όπως της «Ήλιος», του «Μαρί», του «Ματιού», των «Τεμπών», με τόσο εμπλουτισμένο ιστορικό, και τόσες άλλες; 

Εν έτει 2023 με την τόσο εξελιγμένη τεχνολογία και τις φοβερά ανεπτυγμένες δικλίδες στα χέρια σου και να μιλάς για «ανθρώπινα λάθη» και για «κακές ώρες», είναι γεγονός που μάλλον εξειδικευμένης ψυχανάλυσης χρήζει. Ως ξεχείλισμα, ακούσαμε και το δικό μας τον Χρήστο Στυλιανίδη να βεβαιώνει ότι «θα κάνουμε το παν να μην ξανασυμβεί αυτή η τραγωδία».

Το ακούσαμε και στις προηγούμενες τραγωδίες. Και κάθε φορά προσπαθούμε να το πιστέψουμε επιστρατεύοντας μεγάλες δόσεις αφέλειας. Γιατί, δυστυχώς, πάντα παραμονεύει η επόμενη φορά, όσο παραμένουμε οι ίδιοι και επί τα αυτά κολλημένοι και συγκολλημένοι. Ούτε η «καταραμένη κοιλάδα», όπως βαφτίστηκε των Τεμπών, ούτε και αυτό που κατονομάστηκε ως «κακιά στιγμή» ευθύνονται. Γιατί εκείνο που ξεπηδά και βοά τόσο εκκωφαντικά είναι η γύμνια, η φαυλότητα, η δολιότητα των όποιων πολιτικών συστημάτων, τα οποία τόσο εμμονικά μάς κοσμούν και τα οποία αφήνουν αθώους, απλούς πολίτες, μα προπάντων νέους ανθρώπους πριν ανοίξουν τα φτερά στη ζωή να παραδίδονται στον θάνατο.

Οι όποιες κακές ώρες και στιγμές δεν προκύπτουν αν διασώζονταν έστω στο ελάχιστο στοιχειώδεις λειτουργίες μηχανισμών του κράτους αλλά και της κοινωνίας ευρύτερα. Όλα σε φάση εκπεσμού και εξευτελισμού. Ζούμε, δυστυχώς, σε κράτη που βασιλεύουν οι αυθαιρεσία, η ασυδοσία, το βόλεμα και το μόνο που επιτυγχάνουμε κάθε φορά είναι η μετάλλαξη τους με ακόμα πιο ευφάνταστες και ευφυείς μεθόδους. Όλα εδώ συντηρούνται όπως παλιά και ακόμα πιο αντρειωμένα… Τα μόνα που εγκαταλείπονται χωρίς συντήρηση, χωρίς έγνοια, χωρίς την παραμικρή δόση ευθύνης είναι τα δίκτυα ασφαλείας σε ζωτικούς τομείς, που είναι ζωής και θανάτου.

Η τραγωδία των Τεμπών θα είχε σίγουρα αποφευχθεί έστω και με «ανθρώπινο λάθος», αν στο σιδηροδρομικό και όχι μόνο δίκτυο δεν ίσχυε το απίστευτο «πάμε κι όπου βγει». Ακόμα και στις τραγωδίες που προηγήθηκαν, «Ήλιος», «Μαρί», «Μάτι» και τόσες άλλες, δεν θα θρηνούσαμε και να θυμούμαστε μαύρες επετείους αν δεν αφήναμε να λειτουργούν όλα σε «αυτόματους πιλότους». Ειδικά για τα Τέμπη, οι καταγγελίες για σιδηροδρομικό δίκτυο επικίνδυνα απορρυθμισμένο έπεφταν το ολιγότερο σε ώτα μη ακουόντων… Τελικά άκρως επικίνδυνα απορρυθμισμένα συλλαμβάνονται να είναι ολόκληρα κράτη αλλά και η κοινωνίες.