Όταν ο Αλ Καπόνε έσφαζε το Σικάγο στη δεκαετία του ’20, το κράτος ανελάμβανε την προστασία των πολιτών και κυνηγούσε με όλες του τις δυνάμεις τον εγκληματία. Όταν ο Μπίλυ Χίλ και οι αδελφοί Νας κήρυτταν το Σόχο έδρα του βασιλείου του γκαγκστερισμού, το κράτος αναλάμβανε την προστασία των πολιτών και κήρυσσε εξοντωτικό πόλεμο εναντίον των συνδικάτων του εγκλήματος. Δεν περίμεναν τον από μηχανής Θεό να απαλλάξει τον κόσμο από τον υπόκοσμο. Ούτε ο Αμερικανός πρόεδρος ή ο Άγγλος πρωθυπουργός είχαν ψευδαισθήσεις ότι ως διά μαγείας θα συνέτριβαν την παρανομία. Δήλωναν ότι παραδίδουν την ευθύνη της δίωξης και της τιμωρίας στην Αστυνομία. Και στο Σικάγο και στο Λονδίνο οι δυνάμεις του κράτους καθάρισαν τα βασίλεια του τρόμου και επέβαλαν την τάξη. Εδώ δεν είχαμε τέτοιες πρωτοβουλίες. Είχαμε έναν ηγέτη που νόμιζε πως η πατερίτσα του ήταν μαγικό ραβδί που θα εξάγνιζε την πατρίδα από το κακό και με το μυαλό του θα αποκαθιστούσε τη νομιμότητα. Και βασίλεψε η ψευδαίσθηση ότι ο «μάγος» ηγέτης θα έσωζε τον λαό από την οργανωμένη από την Τουρκία τρομοκρατία, ότι θα διέλυε τις παραφυάδες του εγκλήματος, που φύτρωναν σαν μανιτάρια σε εύκαρπη γη. Την Βολκάν, την Κιτέμπ, την Καράτσετε κ.λπ., που κατευθύνονταν από Τούρκους στρατιωτικούς και εξοπλίζονταν από την Τουρκία.

Δυστυχώς η μαγεία δεν «δούλεψε», η πατερίτσα δεν θαυματούργησε, οι εγωϊστικές αυταπάτες δεν βρήκαν αποτελεσματική έκφραση. Οι τρομοκρατικές συμμορίες ενώθηκαν από τον Ντενκτάς, τον Νατπάντογλου, τον Ουλφέτ, τον Τανρίσεβντι, τον Νοέμβριο του 1957 και η Τουρκία αυτοανακηρύχθηκε προστάτιδα της μουσουλμανικής μειονότητας που προερχόταν κυρίως από τους μισθοφόρους των στρατευμάτων της πρώτης εισβολής του 1570 και διακήρυσσε ότι είναι η δύναμη προστασίας των αδικουμένων. Τους ονόμασε Τουρκοκυπρίους και διετείνετο ότι θα ήταν η ασπίδα της μειονότητας. Το κράτος, δεν επενέβη και πάλιν, εγκαταλείποντας τον ρόλο του στην αυτόκλητη σώτηρα που έκτοτε παριστάνει τη δύναμη προστασίας του 18% του πληθυσμού από τους «Ελληνοκυπρίους».

Εν ονόματι αυτού του παραμυθιού η Τουρκία φόρεσε την πανοπλία του ιππότη και συμπεριφέρεται σαν ο νόμιμος προστάτης ενός λαού που κινδυνεύει! 

Το νόμιμο κράτος εξακολουθούσε να έχει αλλού το βλέμμα στραμμένο. Δεν διεκδικούσε τα δικαιώματά του. Και η προπαγάνδα εξακολουθούσε να κυκλοφορεί τη φήμη του παντοδύναμου ηγέτη που ελέγχει την κατάσταση με την ιδιοφυία του και τη διπλωματική του δεινότητα. Και δεν άλλαξε τακτική. Έβλεπε τον εχθρό να ενδυναμώνεται, να κερδίζει το παιγνίδι, έβλεπε να απλώνεται με εγγλέζικα φτερά στις σφαίρες επιρροής, να καλύπτεται από την ομπρέλα της πλανηταρχίας και να απειλεί με πολεμική επέμβαση «για την προστασία των Τουρκοκυπρίων». Μούγκριζε το σαρκοβόρο θηρίο, φοβέριζε, η κοινή γνώμη φοβόταν, η κατάσταση ήταν εξόφθαλμη, ο κίνδυνος δεν απέκρυπτε το σατανικό του πρόσωπο, οι εφημερίδες έγραφαν τα γεγονότα αλλά το κράτος έκλεινε τους δημοσιογράφους στα κελιά των Κεντρικών Φυλακών (29 Ιουλίου 1973). 

Και οι Τούρκοι επέδραμαν, εισέβαλαν στο άοπλο νησί, αιχμαλώτιζαν, σκότωναν και βίαζαν τον απροστάτευτο κόσμο που έδιωχναν από τις εστίες του, αλλά κανείς δεν παρενέβαινε σε βοήθεια. Διαδιδόταν ότι θα επέμβει η μητέρα πατρίδα, η φίλη Κούβα, η φιλτάτη Σερβία αλλά τέτοιες ψευδαισθήσες δεν έπιαναν τόπο. Θυμάμαι τον ανταποκριτή του γιουγκοσλαβικού πρακτορείου που μου τόνιζε: Μην έχετε ψευδαισθήσες. Κανείς δεν θα υπερβεί τα σύνορα της χώρας του για να πεθάνει για σας… Θυμάμαι τους υπουργούς μας να τρέχουν στο Φόρεϊν Όφις, στον Λευκό Οίκο, στο Κρεμλίνο, επαιτώντας βοήθεια και εισέπρατταν μειδιάματα συμπαράστασης. Η Κύπρος χανόταν αλλά το κράτος της σοφίας δεν άλλαζε μυαλά. Και φτάσαμε στο σημερινό σημείο να αντιμετωπίζουμε τους κινδύνους χωρίς να προετοιμαζόμαστε επαρκώς για την άμυνά μας. Και δαπανούμε δισεκατομμύρια για δρόμους στα κατσάβραχα και λεωφόρους στα πουρνάρια, ενώ ακούμε πάνω από τα κεφάλια μας να σπαθίζουν τον αγέρα οι χατζάρες του πολέμου και στην ατμόσφαιρα τα εκατομμύρια των Τούρκων να ακονίζουν τα δόντια τους για νέα γιουρούσια. Ο εχθρός προτάσσει όπλα, πυραύλους, σπαθιά κι εμείς αντιτάσσουμε όνειρα, ψευδαισθήσεις και πολιτικές κληρονομιές και σοφίες από το παρελθόν…

Έτσι χαραμίστηκαν οι ιδέες Γκάλο Πλάζα, οι εκθέσεις Ου Θαντ (1964-65) από τον Μακάριο, πνίγηκε η συμφωνία Κληρίδη- Ντενκτάς για τη δύστυχη Καρπασία από τον Μακάριο, το σχέδιο Αμερικανών-Καναδών-Βρετανών του 1978 από τον Κυπριανού, το σχέδιο για ένωση με την Ελλάδα επί Γεωργίου Παπανδρέου. Μετέφερε ο Γαρουφαλιάς το σχέδιο ταυτόχρονων αποφάσεων των δύο Βουλών για ανακήρυξη της Ενώσεως και ο Μακάριος ρώτησε: «Κι εγώ τι θ’ απογίνω»; Η Τουρκία εξοπλιζόταν για εισβολή και Ελληνοτουρκικό πόλεμο, στην Αθήνα οι Τσοχατζόπουλοι αγόραζαν μέγαρα και στοίβαζαν προίκες για μικρονύμφες, και η τρομοκρατία ίδρυε ψευδοκράτος, ενώ ο τότε πρόεδρος έβοσκε σε λειβάδια ονειρικών ψευδαισθήσεων υπό τους ήχους πολεμικών ζουρνάδων και τους χορούς των δερβίσιδων που στροβιλίζονταν χασισωμένοι στα προαύλια των τζαμιών της Θράκης που διεκδικούσαν! 

Και η άμοιρη πατρίδα βυθιζόταν στην αγωνία, οργίαζε η οικοδόμηση μεγάρων στην Κατεχόμενη Καρπασία, οι πολιτικοί μας σκάρωναν σχέδια για λεωφόρους και λιμάνια δίπλα από τα χωράφια των νεόπλουτων και η πολιτική απάθεια συνόδευε με τους ήχους της παράδοσης στους εισβολείς του πολέμου που προέλαυναν χωρίς αντίσταση από την Εθνοφρουρά που υποχωρούσε με εντολές της Χούντας, μένοντας ακέφαλη από αξιωματικούς που διατάχθηκαν από τον Κομπόκη του Ιωαννίδη να το βάλουν στα πόδια. Και ο Μεγαλοδύναμος Θεός δεν παρενέβη. Μας βαρέθηκε;…

*Πρόεδρος των Συνδέσμων Αγωνιστών της ΕΟΚΑ.