Η Μπιενάλε της Βενετίας, οι αποκλεισμοί, οι συμμετοχές ως κρατικές εκπροσωπήσεις και η σκοπιμότητα των βραβείων κάθε είδους.
Οι απαγορεύσεις ποτέ δεν έκαναν καλό, πουθενά και σε κανέναν – αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο όσον αφορά την τέχνη και τους καλλιτέχνες. Το έργο Elegy (ελεγεία), λόγου χάρη, της Νοτιοαφρικανής Γκαμπριέλ Γκολάια (Gabrielle Goliath), που είχε επιλεγεί για την Μπιενάλε της Βενετίας από ανεξάρτητη επιτροπή της χώρας της, αποκλείστηκε από τον υπουργό Πολιτισμού επειδή αναφερόταν στη Γάζα. Παρά το ότι η κυβέρνησή του έχει καταγγείλει τον Νετανιάχου ως εγκληματία πολέμου στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (υπάρχει ένταλμα σύλληψής του, όπως και για τον Πούτιν), η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι το εθνικό περίπτερο δεν έπρεπε να μετατραπεί σε χώρο μιας διεθνούς, πολιτικά φορτισμένης αντιπαράθεσης. Όμως γιατί όχι; Η δουλειά της τέχνης είναι (και) να προκαλεί, να προβληματίζει – αλλιώς δεν είναι τέχνη σημαντική. Παρόλα αυτά, η Ελεγεία της θα παρουσιαστεί ανεξάρτητα στη Βενετία, με το περίπτερο της Ν. Αφρικής κλειστό και άδειο (να και μια φορά που νίκησε ο Γολιάθ τον Δαβίδ).
Ωστόσο, στη φετινή Μπιενάλε που άνοιξε χτες δεν θα υπάρχει κριτική επιτροπή βράβευσης. Τα μέλη της παραιτήθηκαν, αφού προηγουμένως είχαν ανακοινώσει ότι δεν θα ασχοληθούν με έργα και καλλιτέχνες από χώρες που οι ηγέτες τους κατηγορούνται για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (Ρωσία και Ισραήλ, δηλαδή). Η πενταμελής επιτροπή δήλωσε ότι είναι ταγμένη στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε συμφωνία με το όραμα της Κόγιο Κουό (Koyo Κouoh) – είναι η Αφρικανή καλλιτέχνιδα (Ελβετή από το Καμερούν) που είχε διοριστεί ως επιμελήτρια της διοργάνωσης λίγο πριν από τον θάνατό της πέρσι. Αυτό εκφράζεται και από τον τίτλο της φετινής Μπιενάλε, «In minor keys», και εστιάζει (όπως και το έργο της Κουό) «σε φωνές που βρίσκονται εκτός κυρίαρχων αφηγήσεων που σχετίζονται με την εμπειρία, την ακρόαση και τη συλλογικότητα».
Το πρόβλημα είναι ότι η απόφαση της επιτροπής για αποκλεισμό οποιουδήποτε βρίσκεται σε αντίθεση με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από την άλλη, είναι γεγονός ότι στην Μπιενάλε εκπροσωπούνται κράτη και οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν έχουν επιλεγεί από αυτά, επομένως πόσο ανεξάρτητες μπορεί να είναι οι καλλιτεχνικές αφηγήσεις τους; Έχει ενδιαφέρον η αντίδραση του Ισραηλινού γλύπτη Φαϊναρού (Belu-Simion Fainaru): «Είμαι καλλιτέχνης και έχω τα ίδια δικαιώματα. Δεν μπορώ να κριθώ με βάση τη χώρα ή τη φυλή μου. Πρέπει να κριθώ μόνο για την ποιότητα και το μήνυμα της τέχνης μου» δήλωσε, ενώ το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε ότι ο αποκλεισμός Ισραηλινών καλλιτεχνών «μετατρέπει την Μπιενάλε, από καλλιτεχνικό χώρο ελεύθερων ιδεών σε ένα θέαμα ψευδούς αντι-ισραηλινής πολιτικής προπαγάνδας». Ουσιαστικά, το υπουργείο διαψεύδει τον καλλιτέχνη, επιβεβαιώνοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι εκπροσωπεί την τρέχουσα πολιτική της χώρας του.
Έχουμε, λοιπόν, ένα διαχρονικό ζήτημα, αφενός με το τι σημαίνει «εθνική εκπροσώπηση», και αφετέρου με τη σημασία και νομιμοποίηση των κάθε λογής βραβείων. Το πρώτο αφορά την υποχρέωση ενός καλλιτέχνη, άμεση ή έμμεση και λανθάνουσα, να υπηρετεί –ή, έστω, να μην αντιστρατεύεται– το κυβερνητικό αφήγημα της χώρας που τον επιλέγει, ιδίως όταν το καθεστώς δεν είναι και τόσο ελεύθερο. Ο Βρετανο-ινδός καλλιτέχνης Ανίς Καπούρ, λόγου χάρη, λέει ότι καλά έκανε και παραιτήθηκε η επιτροπή, συμπληρώνοντας ότι θα έπρεπε να είχαν συμπεριλάβει και τις ΗΠΑ στην ανακοίνωσή τους. «Ήλπιζα ότι θα είχαν αποκλείσει και τις Ηνωμένες Πολιτείες για την αποτρόπαιη πολιτική μίσους τους και τη συνεχή πολεμοχαρή στάση τους» δήλωσε. Η Αμερική του Τραμπ εκπροσωπείται από έναν σχεδόν άγνωστο καλλιτέχνη, τον Άλμα Άλεν, με υπόνοιες παρέμβασης του προέδρου στην επιλογή του. Να σημειωθεί ότι πολλοί άλλοι Αμερικανοί καλλιτέχνες είχαν αρνηθεί να συμμετάσχουν.
Να ένα ακόμα ερώτημα, λοιπόν: Ένας ελεύθερα σκεπτόμενος καλλιτέχνης μπορεί να αποδεχτεί να εκπροσωπήσει ένα ανελεύθερο –λιγότερο ή περισσότερο– καθεστώς; Και πόσο ουδέτερες ή «αθώες» πολιτικά είναι στην πραγματικότητα ανάλογες διεθνείς διοργανώσεις όπως η Μπιενάλε, η οποία αποκαλείται και «Ολυμπιακοί της τέχνης;» Ούτε οι ίδιοι οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι απαλλαγμένοι από την επίδραση της πολιτικής, εφόσον οι αθλητές εκπροσωπούν εξ ορισμού κράτη και όχι αποκλειστικά τον εαυτό τους, όπως θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου. Με νευριάζει να βλέπω κρατικές σημαίες να ανεμίζουν σε κάθε επιτυχία και σε κάθε βράβευση, είτε πρόκειται για τον αθλητισμό είτε για διοργανώσεις όπως η Μπιενάλε, η Γιουροβίζιον κ.ά.
Θα μου πείτε ότι μπλέκω μαρούλια με αυγά και πορτοκάλια, όμως πόσο διαφέρουν ουσιαστικά τα βραβεία όταν αφορούν έργο τέχνης, τραγούδι, ταινία, θεατρικό έργο ή βιβλίο; Ποιον εκφράζουν αν όχι αυτόν που βραβεύει, και ποιον αφορούν αν όχι αποκλειστικά τον βραβευθέντα; Τα κράτη πού χωρούν ανάμεσά τους; Ένα βραβείο είναι ευεργετικό για έναν δημιουργό, ιδίως εμπορικά, όμως δεν είναι απόλυτο κριτήριο για την αξία του έργου του. Πώς είναι δυνατό να συγκριθούν ανόμοια πράγματα, και μάλιστα να ξεχωρίσει ένα από αυτά ανάμεσά τους – ως τι; ως ανώτερο των άλλων; Το όραμα της Κόγιο Κουό, λόγου χάρη, ήταν η απο-αποικιοποίηση της τέχνης από ξένα πρότυπα, με έμφαση στον «παναφρικανισμό», η πολυφωνία, η δικαιοσύνη και η αξιοπρέπεια, η εκπαίδευση και η κοινωνική δράση. Τι προσφέρει σ’ αυτά μια βράβευση; Και πώς υπηρετεί, άραγε, αυτό το όραμα η φετινή Μπιενάλε;
* Στη φωτογραφία, το Magic Carpet του Μολδαβού Πάβελ Μπράιλα, μέρος του έργου του με τίτλο «On the Thousand and Second Night», πετά σαν παραμυθένιο drone πάνω από το Μεγάλο Κανάλι της Βενετίας.
chrarv@philelefheros.com
Minority Report, ΕΛΕΥΘΕΡΑ 10.05.2026