Η κοινοτοπία ως πολιτική αισθητική και οι άνθρωποι που μετατρέπονται σε αλγόριθμους.
Η οδήγηση στη λεωφόρο Αθαλάσσας (ενδεικτικό παράδειγμα) σε ώρα αιχμής, ίσως να είναι η πιο ειλικρινής πολιτική εμπειρία που μπορεί να ζήσει κανείς στην Κύπρο του 2026. Σε φέρνει αντιμέτωπο με την αποτυχία δημόσιου σχεδιασμού αλλά και με τα πιο άγρια και πρωτόγονα ένστικτά σου. Κατά την προεκλογική περίοδο μπορεί επίσης να σε φέρει αντιμέτωπο με τον τρόπο που σε φαντάζονται, την εικόνα που έχουν για σένα στο μυαλό τους. Ξέρετε ποιοι.
Ανάμεσα σε καυσαέρια, κορναρίσματα και τη σχεδόν απτή αίσθηση ότι ο χρόνος εξαϋλώνεται μέσα σε μια ακίνητη ουρά αυτοκινήτων, βρίσκεις την «ευκαιρία» να περιπλανήσεις τα μάτια σου στις πολιτικές διαφημίσεις στις κολοσσιαίες πινακίδες. Η αφίσα είναι απλώς μια δήλωση παρουσίας. Ένα ψηφιακά ρετουσαρισμένο πρόσωπο που ζητά να κατοικήσει προσωρινά στο περιφερειακό σου οπτικό πεδίο όσο περιμένεις στο φανάρι.
Κάποιες φορές εμφανίζεται μια εξαίρεση- έκλαμψη. Ένα σύνθημα ή ένα μήνυμα με στοιχειώδη ευρηματικότητα, μια φράση που μοιάζει να θέλει να ταιριάξει στο περιβάλλον μέσα στο οποίο εκτίθεται. Μέσα στην έρημο του αναμενόμενου, ακόμη και μια υποψία δημιουργικότητας μοιάζει… επαναστατική. Δεν έχει σημασία αν σε πείθει πολιτικά. Για μια στιγμή, τουλάχιστον, νιώθεις ότι κάποιος αντιλαμβάνεται πως υπάρχεις ως άνθρωπος κι όχι ως καταναλωτής. Θα τολμήσω μια πρόβλεψη: οι συγκεκριμένοι υποψήφιοι θα πάνε «κουβά».
Η κοινοτοπία στη σύγχρονη πολιτική επικοινωνία στην Κύπρο είναι διαχρονικά ο κανόνας και είναι και μονόδρομος, όσο κι αν είναι ενοχλητική αυτή η συνεχώς εντεινόμενη αίσθηση ότι οι λέξεις έχουν χάσει κάθε υποχρέωση να σημαίνουν κάτι. Αρκεί να εκπέμπουν μια επίγευση θετικότητας, μια ατμόσφαιρα «σοβαρότητας», μια εταιρική μυρωδιά «αξιοπιστίας». Τα συνθήματα πλέον δεν γράφονται για να διαβαστούν, αλλά για να γλιστρούν ομαλά πάνω από τον φλοιό του εγκεφάλου χωρίς να προκαλούν καμία αντίδραση. Δεν προσπαθούν καν να εντυπωθούν στη μνήμη (προσωπικά, δυσκολεύομαι να ανακαλέσω έστω κι ένα), αλλά κατεβαίνουν αμάσητα στο θυμικό. Για τη σκέψη, ούτε λόγος.
Κούφιες λέξεις όπως «ευθύνη», «εγγύηση», «αξιοπρέπεια», «σταθερότητα», «αλλαγή», «πατρίδα», «ελπίδα», «μπροστά», «μαζί», «δύναμη» δεν σημαίνουν τίποτε συγκεκριμένο, αλλά κυκλοφορούν και ανακατεύονται, όπως στα γλωσσικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, για να πλασαριστούν σαν κενά περιεχομένου φωτεινά κουτιά. Θα μπορούσαν να διαφημίζουν τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, πολυβιταμίνες ή προϊόντα καθαριότητας.
Θεωρώ ότι οι προεκτάσεις χρήζουν ανθρωπολογικής ανάλυσης. Πριν από 15 χρόνια, παραμονές των βουλευτικών εκλογών του 2011, είχα δημοσιεύσει στον «Φ» ένα κείμενο με τον τίτλο «Καθρέφτης σου είμαι ψηφοφόρε και σού μοιάζω» (κατά το «Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σού μοιάζω» της Γαλάτειας Καζαντζάκη), στο οποίο σχολίαζα πάλι τη συνθηματολογία καταλήγοντας ότι κρύβει μια υπόθεση για τον άνθρωπο στον οποίο απευθύνεται παρά γι’ αυτόν που το απευθύνει.
Διαπιστώνω ότι σήμερα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι επίκαιρο, για να μην πω ότι είναι ακόμη χειρότερα τα πράγματα. Όταν η δημόσια γλώσσα γίνεται τόσο απελπιστικά επίπεδη, σημαίνει ότι όσοι την παράγουν πιστεύουν πως θα πείσουν ψηφοφόρους που δεν αντέχουν τη σύνθετη σκέψη, τη λεπτή ειρωνεία, την αμφισημία, την πρόκληση, την πραγματική ιδέα. Πέρα από μηνύματα, το πολιτικό μάρκετινγκ κατασκευάζει και το ψυχολογικό προφίλ του αποδέκτη. Να το πω πεζά: αν σου μιλούν σαν να είσαι ηλίθιος, είναι επειδή θεωρούν ότι αυτό πιάνει. Και πιθανόν να έχουν δίκιο.
Το κοινό δεν καταναλώνει το απρόβλεπτο με άνεση, νιώθει μεγαλύτερη ασφάλεια ανάμεσα σε γνώριμες δομές, στερεότυπα, επαναλαμβανόμενους κώδικες. Η πρωτοτυπία μπορεί να το τρομάξει. Γι’ αυτό η πολιτική αισθητική μοιάζει συχνά να αυτολογοκρίνεται και ο πολιτικός λόγος μοιάζει ουδέτερος, αποστειρωμένος, τζούφιος. Κάθε τι ευφάνταστο θεωρείται από ύποπτο έως επικίνδυνο.
Υπάρχει κάτι βαθιά μεταμοντέρνο σ’ αυτή την εξάντληση. Ζούμε στην εποχή της υπερ-υπερ-υπερπαραγωγής περιεχομένου και της απόλυτης έλλειψης νοήματος. Ποτέ άλλοτε η πολιτική δεν μιλούσε τόσο πολύ για να πει τόσο λίγα. Τα social media επιδείνωσαν το φαινόμενο. Το σύνθημα έπρεπε πλέον να γίνει meme και μετά TikTok clip που να χωρά σε λίγα δευτερόλεπτα πριν ο χρήστης σκρολάρει. Προσαρμόστηκε στη διάρκεια κίνησης του αντίχειρα. Διότι η σκέψη έχει χαμηλό engagement. Η πολυπλοκότητα δεν γίνεται viral. Ακόμη κι όταν προσπαθεί να ενοχλήσει ή να ιντριγκάρει, μια πολιτική αφίσα το κάνει εντελώς σχηματικά.
Εντάξει, το ξέραμε ότι η σύγχρονη πολιτική επικοινωνία έχει μετακινηθεί από τη σφαίρα της πειθούς στη σφαίρα της διέγερσης. Και το πρόβλημα που αναλύω δεν έχει να κάνει καν με την ανειλικρίνεια ή την πρόκληση. Είναι σχεδόν… θεμιτό οι προεκλογικές περίοδοι να αποτελούν παραδοσιακά τις κατεξοχήν εποχές υπερβολής και θεατρικότητας. Το πρόβλημα σήμερα είναι η πλήρης απουσία φαντασίας, η ένδεια παραγωγής ακόμη και πειστικών ψευδαισθήσεων. Ίσως επειδή μια κενή λέξη σε ένα billboard επιτρέπει στον καθένα να προβάλει πάνω της ό,τι επιθυμεί. Είναι φορέας «δημιουργικής» ασάφειας.
Πλέον έχει μπει στη ζωή μας και η τεχνητή νοημοσύνη, που προσθέτει μια αντιφατική διάσταση. Τη στιγμή που ένα γλωσσικό μοντέλο έχει τη δυνατότητα να παράγει σε δευτερόλεπτα χιλιάδες συνθήματα, ο δημόσιος λόγος μοιάζει πιο «ψόφιος» από ποτέ. Μια υπόθεση είναι ότι η ΤΝ δεν δημιούργησε το πρόβλημα, απλά ξεγύμνωσε το πόσο μηχανική είχε ήδη καταστεί η ανθρώπινη επικοινωνία. Πολλά πολιτικά κείμενα, παρεμβάσεις υποψηφίων, ανακοινώσεις κομμάτων κ.λπ μοιάζουν σαν να γράφτηκαν από αλγόριθμο επειδή οι ίδιοι οι άνθρωποι άρχισαν να σκέφτονται και να λειτουργούν αλγοριθμικά.
Επαναφέρω το ερώτημα του 2011, όπως και κάθε προεκλογικής περιόδου, ακόμη πιο δραματικά και επιτακτικά. Μήπως τελικά αυτά τα συνθήματα μάς μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε; Όσο να ‘ναι είναι εξευτελιστικό να σε αντιμετωπίζουν σαν αποχαυνωμένο ον που αρκείται σε τρεις λέξεις, ένα χαμόγελο κι ένα λογότυπο. Τι σημαίνει όμως αυτό σε μια κοινωνία που συνηθίζει να σκέφτεται όλο και λιγότερο, να διαβάζει αποσπασματικά, να αντιδρά πριν κατανοήσει και να εκχωρεί σταδιακά ακόμη και τις πιο απλές λειτουργίες της κρίσης της στις οθόνες και στους αλγόριθμους;
Ίσως τελικά ο μεγαλύτερος κίνδυνος να μην είναι ότι οι μηχανές γίνονται εξυπνότερες, αλλά ότι εμείς συνηθίζουμε ολοένα στην ιδέα ότι δεν χρειάζεται να είμαστε.
Ελεύθερα, 10.5.2026