Ποια είναι η προσδοκία μας για τις βουλευτικές; Ένα 70% θέλει να ξημερώσει μια καλύτερη μέρα ή τουλάχιστον όχι χειρότερη. Ένα άλλο 10% «δεν φακκά πεννιάν», ενώ το υπόλοιπο 20% δεν θα έπρεπε να ψηφίζει. Ξέρω. Δεν πρέπει υποτίθεται να το λέμε, έτσι δεν είναι;

Όχι μόνο πρέπει, αλλά επιβάλλεται. Όπως επιβάλλεται μια στοιχειώδης σοβαρότητα: όταν ο άλλος θαυμάζει τον Πούτιν, τη Χαμάς, τον Μαδούρο, τον Στάλιν, τους Χρυσαυγίτες ή το AfD, δεν μπορεί, επειδή έχει πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης —κακώς στις πλείστες των περιπτώσεων-, να τον πάρουμε στα σοβαρά όταν μας κάνει κήρυγμα για τη δημοκρατία. Και εγώ έχω άποψη για την εμμηνόπαυση. Σχέση δεν έχω.

Και επιτέλους λίγο διάβασμα δεν βλάπτει. Στην αρχαία Αθήνα δεν ψήφιζαν όλοι. Ορθώς δεν ψήφιζαν οι ανήλικοι και οι ατιμασμένοι, αναλόγως περιπτώσεως οι μέτοικοι, και κακώς δεν ψήφιζαν οι γυναίκες και οι δούλοι, οι οποίοι κακώς ήταν τέτοιοι.

Ο Νόμος του Περικλή δεν απέκλειε τους τρελούς, διότι οι υπόλοιποι δεν ήξεραν καλά καλά τι τους συνέβαινε· δεν είναι όπως σήμερα που ξέρουν, αλλά δεν κάνουν τίποτα.

Εκείνους τους απέκλειε η κοινή λογική. Αν μετέτρεπαν την Πνύκα σε καφενείο, ο κόσμος τους γιουχάιζε, ενώ υπήρχε Προεδρείο και αυστηροί κανόνες.

Ο μετέχων έπρεπε να μένει στο θέμα, να μη μιλά δύο φορές για το ίδιο ζήτημα, να μη βρίζει, να μη συκοφαντεί, να μη διακόπτει, να μη σηκώνεται για άσχετα, να μη φωνάζει και να μην προσβάλλει τους προεδρεύοντες. Υπήρχε πρόστιμο έως και 50 δραχμές, ημερομίσθια δύο μηνών για τους περισσότερους· σε σοβαρότερη περίπτωση το ζήτημα παραπεμπόταν στη Βουλή ή στην επόμενη Εκκλησία.

Η ισηγορία δεν ήταν αυτονόητη. Σήμερα γιατί να είναι;

Μας έφαγε η πολιτική ορθότητα. Καιρός να τη φάμε κι εμείς. Δεν γίνεται η υποβολή υποψηφιοτήτων να μοιάζει με επιθεώρηση στο Δελφινάριο, με ανθρώπους ολοφάνερα να μην είναι στα καλά τους, κάποιοι πολύ, κάποιοι λιγότερο, και από αυτούς, από τους λαϊκιστές, τους απατεώνες και τους σοφιστικέ που δεν ψηφίζουν αλλά μετά έχουν άποψη για όλα, να κινδυνεύει ο τόπος να παραλύσει.

Είναι θέμα πατριωτισμού; Όχι. Είναι θέμα κοινής λογικής και της ικανότητας να καταλάβει κάποιος ότι: α) δεν είναι για πλάκα αυτά τα πράγματα, διότι κάτι από τα στραβά θα επηρεάσει και τη δική του ζωή· και β) δεν ζούμε ούτε σε χώρα κατεστραμμένη, ούτε φτωχοποιημένη, ούτε αβάσταχτα διεφθαρμένη. Ζούμε σε μια χώρα με αδικίες και διαφθορά, σε μια χώρα όπου πριν από μία δεκαετία είχαμε βρεθεί στον πάτο, αλλά σήμερα δεν είμαστε πια. Ο τόπος είναι στα καλύτερά του εδώ και χρόνια.

Εάν ανοίξουμε διάπλατα την πόρτα είτε του φρενοκομείου, είτε των αυτόκλητων «σωτήρων» δημαγωγών με τα ψέματά τους, είτε του κάθε γελοίου τύπου που ξέρει να παίζει τον κόσμο και να τον κάνει να νιώθει ότι ζει στη… Λιβερία και πως οι άλλοι του χρωστούν, την πατήσαμε. Στην κάλπη κανείς δεν μας χρωστάει και σε κανέναν δεν χρωστάμε, πέρα από τον εαυτό μας.

Δεν είναι λογικό αυτήν ειδικά τη στιγμή να μας κυριεύει το άππωμα, η αδιαφορία, η ισοπέδωση ή το «δεν με εκφράζει κανένας». Μα δεν πρέπει να σε εκφράζει.

Μια ψήφο έχουμε, τίποτα το σπουδαίο και ταυτόχρονα ό,τι πιο σπουδαίο. Δεν θα αποφασίσουμε για το Νόμπελ Χημείας· απλώς δεν είναι λογικό να αφήσουμε τη χώρα στα χέρια των ακατάλληλων και του γραφικού μέρους που τους ακολουθεί.

Το 70% το ίδιο πράγμα ζητά, ακόμα κι αν διαφέρουμε στα πάντα. Συναρπαστικό δεν είναι. Είναι όμως απαραίτητο. Και σίγουρα δεν είναι δύσκολο.