Οδεύουμε λοιπόν σε βουλευτικές εκλογές στις 24 Μαΐου 2026 με ρεκόρ υποψηφιοτήτων, 753 υποψηφίους, 529 άνδρες (70.3%) και 224 γυναίκες (29.7%). Λίγο ανδροκρατούμενο δεν είναι το σκηνικό; Όταν μάλιστα και το 99% των αρχηγών των κομμάτων είναι άνδρες; Οι αναλύσεις στο μεταξύ δίνουν και παίρνουν για το νέο πολιτικό σκηνικό που θα προκύψει από αυτές τις εκλογές. Διαμορφώνεται μια νέα αρχιτεκτονική με ανατροπές και επαναδιάταξη των πολιτικών συσχετισμών. Τα δύο μεγάλα κόμματα, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ διεκδικούν την παραδοσιακή «πρωτιά» αλλά με άκρως μειωμένα ποσοστά, ο ενδιάμεσος χώρος συρρικνώνεται σημαντικά και η άνοδος νέων σχημάτων αλλάζει τις ισορροπίες.
Η απαξίωση του πολιτικού συστήματος δεν αμφισβητείται από κανένα αλλά δεν υπάρχει και σοβαρή κοινωνιολογική ανάλυση των αιτίων πέρα από γενικότητες και όσα φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού.
Το βέβαιο είναι ότι το πολιτικό σύστημα της Κύπρου παρουσιάζει ένα ανησυχητικό πολιτικό κενό. Αυτό φαίνεται μέσα από τις δημοσκοπήσεις αλλά και από την καθημερινή πολιτική πρακτική που δείχνει την αβεβαιότητα και την αστάθειά του. Το κενό ξεκινά από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο οποίος δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των πολιτών που τον εξέλεξαν. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν έλλειψη εμπιστοσύνης της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών απέναντί του. Η ίδια έλλειψη εμπιστοσύνης διαπιστώνεται ότι υπάρχει και απέναντι στα κόμματα. Το δυστύχημα είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια δύσκολη και ρευστή διεθνή συγκυρία, χαώδη και αβέβαια. Συγκυρία που ασφαλώς μας επηρεάζει.
ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, βλέπουν καθημερινά τα ποσοστά τους να υποχωρούν. Αν και η πιο σημαντική μερίδα της μεταπρατικής κυπριακής αστικής τάξης επενδύει πάντα στον ΔΗΣΥ, υπάρχουν τμήματά της που άρχισαν σταδιακά να ερωτοτροπούν ή και να επενδύουν στο ΕΛΑΜ. Το ΑΚΕΛ επιδιώκει επίσης, όπως το έκανε και στις τελευταίες προεδρικές εκλογές, συνεργασία με στοιχεία και προσωπικότητες της αστικής τάξης προκειμένου να διατηρήσει ή και να επεκτείνει την επιρροή του.
Στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, παρά τη φθορά που ο ΔΗΣΥ θα υποστεί από το ΕΛΑΜ, δύσκολα θα χάσει την πρωτοκαθεδρία. Πολλά θα εξαρτηθούν φυσικά από το πόσο θα καταφέρει το ΑΚΕΛ να διευρύνει την εκλογική του βάση σε κοινωνικές ομάδες που τηρούσαν αποχή, είτε ψήφιζαν κόμματα που δεν αντιπροσώπευαν τα κοινωνικοταξικά τους συμφέροντα.
Το μόνο κόμμα που κινείται ανοδικά τα τελευταία χρόνια είναι το ακροδεξιό ΕΛΑΜ. Ακολούθησε μια πετυχημένη τακτική ενσωμάτωσης στο πολιτικό σύστημα, κινήθηκε στη βάση της κοινωνίας, κράτησε σχετικά χαμηλούς τόνους, καλλιέργησε σχέσεις με μερίδα της Εκκλησίας και της αστικής τάξης και επωφελήθηκε της απαξίωσης των άλλων κομμάτων. Το ΕΛΑΜ όμως είναι ένα συστημικό κόμμα. Αν κάποτε εξέφραζε μικροαστικά στοιχεία και μεσαία στρώματα, τώρα πια έχει την εύνοια και μερίδας της αστικής τάξης που αποστασιοποιείται από το ΔΗΣΥ.
Ο ενδιάμεσος χώρος εμφανίζεται αποδυναμωμένος και κατακερματισμένος. Το ΔΗΚΟ που κατείχε πάντα την τρίτη θέση στην ιεραρχία του πολιτικού συστήματος εξαερώθηκε και κινδυνεύει να καταταγεί ακόμη και κάτω από την «Άμεση Δημοκρατία» του Φειδία Παναγιώτου. Το διακριτό κομμάτι της αστικής τάξης που κάποτε εκπροσωπούσε, ενσωματώθηκε ουσιαστικά στη μεταπρατική αστική τάξη που εκπροσωπεί ο ΔΗΣΥ. Στη Βουλή άλλωστε, στα θέματα της οικονομίας ταυτίζεται τα τελευταία χρόνια με το ΔΗΣΥ. Τα μικροαστικά και τα μεσαία στρώματα διολίσθησαν προς τους νέους σχηματισμούς, το «ΑΛΜΑ» του Οδυσσέα Μιχαηλίδη και την «Άμεση Δημοκρατία» του Φειδία Παναγιώτου. Θα ήταν άδικο πάντως να βρεθεί αυτό το κόμμα, παρόλες τις αμαρτίες του, πιο χαμηλά από το κόμμα του Φειδία Παναγιώτου, ένα κόμμα χωρίς καμιά προοπτική.
Η ΕΔΕΚ και οι Οικολόγοι αντιμετωπίζουν επίσης δυσκολίες. Τα δύο αυτά όμως κόμματα θα πρέπει να είναι στη Βουλή. Η ΕΔΕΚ για ιστορικούς λόγους και την προσφορά της στον τόπο και οι Οικολόγοι για τη σημαντική προσφορά τους όλα αυτά τα χρόνια της ύπαρξης τους και την ευαισθητοποίηση που πέτυχαν για το περιβάλλον. Ο Τόπος χρειάζεται και την ΕΔΕΚ και τους Οικολόγους στη Βουλή.
Από τα νέα σχήματα το «ΑΛΜΑ» του Οδυσσέα Μιχαηλίδη είναι το κόμμα στο οποίο προσβλέπουν με ελπίδα οι πολίτες για να αναταράξει τα λιμνάζοντα νερά της διαφθοράς. Η επιτυχία του θα μπορούσε να ανατρέψει παραδοσιακές ισορροπίες και να προσφέρει στην οικοδόμηση ενός κράτους δικαίου.
Πολλά, μέχρι την τελευταία στιγμή, θα κριθούν από την αδιευκρίνιστη και την «κρυφή» ψήφο, καθώς και από την αποχή. Είναι μια αναμέτρηση υψηλής ρευστότητας. Πολλά θέματα δεν συζητήθηκαν στα σοβαρά, ειδικά το Κυπριακό, η οικονομία και η απαξίωση κράτους και θεσμών λόγω της διαφθοράς. Για την οικονομία, με την ακρίβεια και τη φτωχοποίηση μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού, δεν έγινε καμιά σοβαρή συζήτηση για το παρασιτικό παραγωγικό μοντέλο που στηρίζεται ουσιαστικά στον τουρισμό και υπηρεσίες χαμηλού ποιοτικού επιπέδου, με την εγκατάλειψη του πρωτογενούς τομέα και αυτού της μεταποίησης. Και με τον τεχνολογικό τομέα να υστερεί δραματικά.
Τέλος οι εκλογές αυτές θα κρίνουν και τις προεδρικές του 2028. Είναι βέβαιο ότι οι σοβαρές ανακατατάξεις στον κυπριακό κοινωνικό σχηματισμό θα επηρεάσουν τόσο τις βουλευτικές όσο και τις προεδρικές εκλογές. Οι κοινωνικές μετατοπίσεις την τελευταία δεκαετία έχουν αναδιαμορφώσει σε βάθος τον τρόπο με τον οποίο τα κοινωνικά στρώματα συνδέονται με τα πολιτικά κόμματα. Η κρίση του 2013, η αναδιάρθρωση της οικονομίας και η μεταβολή των παραγωγικών σχέσεων έχουν δημιουργήσει ένα νέο ταξικό τοπίο, το οποίο δεν αντιστοιχεί πλέον στις σταθερές του κυπριακού κομματισμού που δημιουργήθηκαν μετά την εισβολή. Οι βουλευτικές εκλογές θα λειτουργήσουν ως καθρέφτης αυτών των μεταβολών, ενώ οι προεδρικές του 2028 θα διεξαχθούν σε ένα περιβάλλον όπου η ταξική εκπροσώπηση θα είναι πιο ρευστή και λιγότερο προβλέψιμη. Η κυπριακή αστική τάξη δεν αποτελεί πλέον ένα ενιαίο μπλοκ συμφερόντων. Η μετατόπιση της οικονομίας προς τις υπηρεσίες, τον χρηματοπιστωτικό τομέα, την τεχνολογία και τις διεθνείς επενδύσεις έχει δημιουργήσει νέα τμήματα αστικών στρωμάτων, με διαφορετικές προτεραιότητες από τις παλιές παραδοσιακές επιχειρηματικές οικογένειες. Το νέο διεθνοποιημένο κεφάλαιο (επενδυτικά ταμεία, real estate υψηλής αξίας) δεν λειτουργεί κατ΄ανάγκη εντός των παραδοσιακών κομματικών δικτύων.
Δίπλα στην παραδοσιακή μεσαία τάξη (δημόσιοι υπάλληλοι, επαγγελματίες, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες) που εκπροσωπούσαν τα παραδοσιακά κόμματα, δημιουργήθηκε μια νέα επισφαλής μεσαία τάξη (νέοι πτυχιούχοι, εργαζόμενοι σε ευέλικτες μορφές απασχόλησης, αυτοαπασχολούμενοι χωρίς σταθερό εισόδημα) που αναζητούν διαφορετική πολιτική εκπροσώπηση.
Τα μικροαστικά στρώματα κινούνται ανάμεσα στην ανασφάλεια και τον αντισυστημισμό, ενώ η εργατική τάξη με τον κατατεμαχισμό της εργασίας δεν έχει πια συλλογική ταυτότητα. Στους αγρότες υπάρχει συρρίκνωση και πολιτική περιθωριοποίηση.
Αυτές οι ανακατατάξεις ευνοούν το «ΑΛΜΑ» και την «Άμεση Δημοκρατία», καθώς αντανακλούν βαθύτερες κοινωνικές μετατοπίσεις, κυρίως την κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, την αποσύνδεση από τον παραδοσιακό κομματισμό και την άνοδο νέων μορφών πολιτικής ταυτότητας. Το «ΑΛΜΑ» φαίνεται να αντλεί τη δυναμική του από ένα ιδιαίτερο κοινωνικό μπλοκ, ανώτερα και μεσαία στρώματα, μορφωμένα και με έμφαση στην τεχνοκρατία και την αναζήτηση μιας «ηθικής» ταυτότητας.
Η Άμεση Δημοκρατία είναι η πολιτική έκφραση της “ψηφιακής μικροαστικής δυσαρέσκειας” Εκφράζει ένα διαφορετικό κοινωνικό μπλοκ, το οποίο δεν είχε μέχρι σήμερα σαφή πολιτική εκπροσώπηση.
Όλα αυτά τα νέα δεδομένα του κυπριακού κοινωνικού σχηματισμού θα αναλυθούν καλύτερα μετεκλογικά για να αναδειχτεί η επίδραση που θα έχουν στις προεδρικές εκλογές του 2028.
*Πανεπιστημιακός,συγγραφέας. Email stephanos.constantinides@gmail.com