Όταν ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ανακοίνωνε τον διορισμό του Γιώργου Σαββίδη και του Σάββα Αγγελίδη στις θέσεις του Γενικού Εισαγγελέα και Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα αντίστοιχα, αυτόματα αναφύονταν και μία σειρά από εύλογα ερωτήματα. Διότι όταν δύο ενεργά μέχρι εκείνη τη στιγμή, μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, αναλάμβαναν ουσιαστικά τα κλειδιά της Νομικής Υπηρεσίας του κράτους, την ίδια ώρα και ο ρόλος της Νομικής Υπηρεσίας ευνουχιζόταν, φέροντας την ταμπέλα του πολιτικού καλουπώματος.
Αυτή η πολιτική πράξη του Νίκου Αναστασιάδη, όσο και να κάνει πως δεν το αντιλαμβάνεται ούτε ο ίδιος ούτε οι υπόλοιποι κυβερνώντες, ήταν η κορύφωση ενός πολιτικού εμπαιγμού της νοημοσύνης όπως αποτυπώθηκε στη συνείδηση της πλειονότητας των πολιτών. Ο Γιώργος Σαββίδης και ο Σάββας Αγγελίδης ήταν δύο μέλη της Κυβέρνησης. Όπως και να το κάνουμε, ήταν μέρος των αποφάσεών της, ως μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου όταν λάμβανε τις αποφάσεις. Όποιες και εάν ήταν αυτές και ό,τι και αν αφορούσαν. Δεν ήταν απλώς κομματικά στελέχη, ούτε βουλευτές, ούτε απλοί δικηγόροι που είχαν πολιτική δράση. Ήταν μέλη της Κυβέρνησης. Οπόταν αυτόματα, ο διορισμός στη θέση των επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας δημιουργούσε ζήτημα πολιτικής ηθικής για τον Νίκο Αναστασιάδη και εύρυθμης λειτουργίας του κράτους. Και αυτό δεν έχει να κάνει, ούτε με τα προσόντα, ούτε με τις ικανότητες του Γιώργου Σαββίδη ή του Σάββα Αγγελίδη. Έχει να κάνει με την πολιτική πράξη του διορισμού τους και με το γεγονός ότι όλες οι αποφάσεις και ενέργειές τους αντικατοπτρίζονται μέσα από αυτό τον φακό.
Με αυτό λοιπόν, ως δεδομένο, φτάνουμε και στο σήμερα και στην πρόσφατη έκθεση του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας όσον αφορά στο θέμα των πολιτογραφήσεων. Τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, έχει δημιουργηθεί δικαίως ή αδίκως (όπου υπάρχει καπνός, σίγουρα υπάρχει και φωτιά) η αντίληψη ότι κυριαρχεί η διαφθορά. Αυτό αποτυπώνεται και στους δείκτες διαφθοράς, που τα τελευταία χρόνια έχουν φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ. Η έκθεση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη ήρθε -με τα όποια κενά και παραλείψεις θέλουν να τις αποδώσουν- να προστεθεί σε αυτά που αναφέρονταν στο πόρισμα της Επιτροπής Νικολάτου, αλλά και στην έκθεση Καλογήρου. Και η έκθεση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη επιβεβαιώνει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό αυτό το οποίο μεγάλο μέρος της κοινωνίας των πολιτών πιστεύει, ότι δηλαδή, υπάρχουν σαφείς πολιτικές ευθύνες, αλλά θα πρέπει να διερευνηθούν και οι τυχόν ποινικές ευθύνες που μπορεί να προκύπτουν σε σχέση με υποθέσεις πολιτογραφήσεων. Και είναι εδώ ακριβώς που έρχεται να δέσει η ιστορία με τις περιπτώσεις των διορισμών του Γιώργου Σαββίδη και του Σάββα Αγγελίδη. Τι θα ερευνήσουν; Τις αποφάσεις που λαμβάνονταν όταν ήταν και οι ίδιοι υπουργοί; Και σε ποιον θα αποδώσουν ευθύνες; Στον Πρόεδρο που τους διόρισε στη θέση του Γενικού και Β. Γενικού Εισαγγελέα;
Πρόκειται για πρωτάκουστα πράγματα τα οποία πλέον στην αντίληψη της κοινωνίας όλα αυτά αναφύονται ως κομμάτια του ίδιου πάζλ, συμπληρώνοντας μία ιστορία διαφθοράς και διαπλοκής που δεν τιμά καθόλου τη χώρα. Και αυτή η ιστορία βαραίνει τη διακυβέρνηση Νίκου Αναστασιάδη. Και για τις σκιές και τις υποψίες που υπάρχουν γύρω από διάφορες υποθέσεις πολιτογραφήσεων και για τα κέρδη που έμπαιναν στα ταμεία κάποιων δικηγορικών γραφείων και κάποιων εργολάβων και για τα πλοκάμια της διαπλοκής που απλώνονταν σε διάφορα άλλα επίπεδα. Το βίντεο του Al Jazeera ήταν αρκούντως κατατοπιστικό και αποκαλυπτικό για το πώς λειτουργούσε το σύστημα. Και το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές του βίντεο δεν ήταν μέλη της Κυβέρνησης, δεν αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο. Διότι στο βαζάκι με το μέλι μπορεί να επιχείρησαν πολλοί και διάφοροι να βουτήξουν το δάκτυλο, αλλά το καπάκι το άνοιξαν οι κυβερνητικές αποφάσεις. Ως εκ τούτου, οι κυβερνώντες έπρεπε να φροντίσουν να βρουν και τις ασφαλιστικές δικλείδες προκειμένου να αποφευχθούν τέτοια φαινόμενα διαφθοράς. Δεν το έπραξαν όμως… Αυτό είναι το ζητούμενο.