Υποστηρίζω ότι ο αγροτικός τομέας της χώρας μας πρέπει να αποτελεί βασικό πυλώνα της εθνικής οικονομίας και ότι επιβάλλεται να ενισχύονται συνεχώς οι σχέσεις του με τομείς όπως το εξωτερικό εμπόριο, η βιομηχανία τροφίμων και ποτών, η εστίαση και ο τουρισμός. Παράλληλα, θεωρώ  ότι η Κύπρος πρέπει να έχει ως σταθερό στόχο την επίτευξη αυτάρκειας στη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή.

Οι φορείς προέβαλαν συστηματικά τη θέση ότι η Κύπρος δεν χρειάζεται να παράγει αγροτικά προϊόντα, αφού μπορεί να τα εισάγει σε τιμές κάτω του εγχώριου κόστους παραγωγής. Βέβαια, στο ίδιο πνεύμα και την ίδια περίοδο, οι ίδιοι φορείς προπαγάνδιζαν μετ’ επιτάσεως ότι η Κύπρος δεν χρειάζεται να επενδύει στην άμυνα, γιατί δήθεν τέλειωσαν οι πόλεμοι!

Μόνο η οικονομική κρίση και η επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας έκαναν την κοινή γνώμη να αντιληφθεί ότι η συστηματική προπαγάνδα για απαξίωση της άμυνας και του πρωτογενούς τομέα κατέστησε τη χώρα επικίνδυνα ευάλωτη στην οικονομική εισβολή των Ευρωπαίων και τη στρατιωτική απειλή των Τούρκων. Σήμερα, όλοι έχουν προσχωρήσει σε μια πάγια θέση, ότι δηλαδή αν ένα κράτος θέλει να διατηρήσει έστω στοιχειώδη ανεξαρτησία, πρέπει να διαθέτει ισχυρή άμυνα και αυτάρκεια στην πρωτογενή παραγωγή!

Σήμερα κανένα από τα κοινοβουλευτικά πολιτικά κόμματα δεν ασχολείται με το αγροτικό μας ζήτημα. Δεν κρύβουν την αδιαφορία τους ούτε καν στα προεκλογικά τους προγράμματα, στα οποία η αγροτική πολιτική τους χαρακτηρίζεται από γενικολογίες και παντελή έλλειψη ρεαλιστικών προτάσεων. Επιπλέον, τα παλαιά κόμματα μέσω των υποτιθέμενων αγροτικών τους σχεδιασμών βρίσκουν την ευκαιρία να προετοιμάσουν την κοινή γνώμη για τις δραματικές επιπτώσεις που θα έχει για την γεωργία και κτηνοτροφία. Την ίδια ώρα, κάποια οπορτουνιστικά νέα κόμματα βλέπουν τον αγρότη ως εύκολο στόχο και δεν διστάζουν να παρουσιάσουν ως αγροτική πολιτική κείμενα βοτανικής για εναλλακτικές καλλιέργειες, «superfoods», αρωματικά και θεραπευτικά φυτά!

Οι προτάσεις μου:

Η αναμόρφωση του αγροτικού τομέα προβάλλει ως επείγουσα ανάγκη, επειδή αποτελεί θέμα εθνικής ασφάλειας, αλλά και επειδή θα βελτιώσει το εισόδημα των αγροτών και θα συνεισφέρει στην ανάπτυξη της οικονομίας. Επιπλέον, υποστηρίζω δυναμικά ότι η Κύπρος  πρέπει να αποβεί αυτάρκης στον πρωτογενή τομέα. Όμως, με ρεαλισμό και βαθιά γνώση της υφιστάμενης κατάστασης, δεν υπόσχονται ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί άμεσα. Χρειάζεται μακροχρόνια και σταθερή προσπάθεια. Οι προτάσεις μου προς την κατεύθυνση αυτή συνοψίζονται παρακάτω:

1- Απαλλαγή από κάθε φορολογία για κατοχή αγροτικής γης ή ιδιοκτησία αγροτικών και κτηνοτροφικών επιχειρήσεων.

2- Θέσπιση μηδενικού (0%) Φ.Π.Α. στα γεωργικά βιολογικά προϊόντα στην αγορά τα εν λόγω προϊόντα πωλούνται 30 έως 70% ακριβότερα σε σχέση με τα συμβατικά. Σε αυτές τις τιμές, και δεδομένης της ακρίβειας στο χώρο των τροφίμων, είναι απλησίαστα για έναν  μικρομεσαίο οικογενειάρχη. Έτσι, οι υψηλές τιμές περιορίζουν τη διεισδυτικότητα των βιολογικών τροφίμων στην αγορά, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις παραγωγής τους να δυσκολεύονται να γίνουν κερδοφόρες και να εξαρτώνται από τις επιδοτήσεις και το δανεισμό. Στη χώρα μας, ένας μηδενικός συντελεστής Φ.Π.Α. στα βιολογικά τρόφιμα θα εκπέμψει πολλαπλά μηνύματα: θα δώσει τόνο πρωτοπορίας στην κοινωνική πολιτική, θα κατευθύνει την κοινή γνώμη προς την υγιεινή διατροφή και θα ενισχύσει τις επιχειρήσεις στον τομέα αυτό.

3- Οικονομικά κίνητρα για ενθάρρυνση των νέων γενεών να συνεχίσουν τις αγροτικές δραστηριότητες της οικογένειας, καθώς σε όλες τις έρευνες έχει καταδειχθεί ότι οι γνώσεις για τη λειτουργία των αγροτικών επιχειρήσεων προέρχονται και καλλιεργούνται κυρίως μέσα από την οικογένεια. Με τον τρόπο αυτό θα επενδύσουμε στη δημιουργία παράδοσης και εμπειρίας, παραγόντων απαραίτητων για την παραγωγή ποιοτικών αγροτικών προϊόντων και την καλλιέργεια της εμπιστοσύνης των καταναλωτών. Τα οικονομικά κίνητρα θα περιλαμβάνουν επιδοτήσεις και φοροαπαλλαγές.

4- Επιδότηση των Κυπριών εργατών γης.

5- Διεκδίκηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο επιβολής φόρου διοξειδίου του άνθρακα για τα τρόφιμα και τα αγροτικά προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες. Ο φόρος αυτός θα υποστηρίξει ενέργειες για το περιβάλλον, θα ενισχύσει τα ταμεία του κράτους και θα αποκαταστήσει τη θέση των προϊόντων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.

6- Καθιέρωση ειδικής έκπτωσης στο ηλεκτρικό ρεύμα και στο πετρέλαιο των αγροτικών επιχειρήσεων. Η έκπτωση θα είναι σε συνάρτηση με την παραγωγικότητα κάθε αγροτικής επιχείρησης, ώστε να ευνοούνται οι περισσότερο παραγωγικοί αγρότες. Σήμερα, ο Κύπριος  αγρότης επιχειρεί να παραγάγει με ενεργειακό κόστος υψηλότερο του Γερμανού, Ισπανού και Γάλλου συναδέλφου του. Όταν το μεγαλύτερο πρόβλημα των γεωργικών προϊόντων μας είναι το υψηλό κόστος παραγωγής, η πολιτεία οφείλει να εξασφαλίσει φτηνή ενέργεια στον αγροτικό μας κόσμο.

7- Διεκδίκηση εξαίρεσης της Κύπρου από κανονισμούς της Νέας ΚΑΠ (2021-2027) που επιβάλλουν περιορισμούς στις αρδευόμενες καλλιέργειες. Η νέα ΚΑΠ έχει ως βασικό στόχο την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και προωθεί την πράσινη ανάπτυξη. Η Κύπρος οφείλει να είναι προσεκτική στην εκτίμηση της οικολογικής δράσης που προτείνεται κάθε φορά και δεν πρέπει να υιοθετεί υπερβολές σε βάρος της εθνικής της οικονομίας. Στην πατρίδα μας οι πεδιάδες πρασινίζουν με φυσικό τρόπο μόνο για τρεις, τέσσερις μήνες το χρόνο! Οι επιπτώσεις στην αγροτική οικονομία από πιθανό περιορισμό της άρδευσης θα είναι καταστροφικές και δυσανάλογες εκείνων που θα έχουν οι βόρειες χώρες.

8- Σύσταση παραγωγικού χάρτη της χώρας, με γνώμονα την πορεία προς την αυτάρκεια και την εξασφάλιση διάθεσης των παραγόμενων προϊόντων. Για τα προϊόντα αυτά το κράτος θα εγγυάται τη διάθεση του συνόλου της παραγωγής. Θεωρώ το μέτρο δομικό για την επιβίωση της αγροτικής παραγωγής. Θα δώσει όραμα και ασφάλεια στους αγρότες μας.

9- Σχεδιασμός και υλοποίηση δικτύου διοχέτευσης εξαγώγιμων αγροτικών προϊόντων. Η δράση αυτή, πέραν των διαπραγματεύσεων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης με αλυσίδες σούπερ μάρκετ του εξωτερικού, θα περιλαμβάνει και δημιουργία δικτύου καταστημάτων κυπριακών αγροτικών προϊόντων σε επιλεγμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

10- Επένδυση στη δημιουργία «brand name» της Κύπρος ως χώρας παραγωγής ποιοτικών αγροτικών προϊόντων. Ο εθνικός αυτός στόχος είναι απαραίτητο να επιδιώκεται συνεχώς και συστηματικά, λαμβάνοντας υπόψη σύγχρονους κανόνες επιχειρηματικότητας. Διαφήμιση και συμμετοχή σε αγροδιατροφικές εκθέσεις του εξωτερικού είναι ένας δρόμος προς αυτή την κατεύθυνση. Τα προϊόντα που θα προωθούνται μέσω τέτοιων δράσεων πρέπει να είναι τυποποιημένα και σε επαρκείς ποσότητες. Ο συντονισμός μιας τέτοιας προσπάθειας αποτελεί υποχρέωση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Να τονίσουμε ότι, δυστυχώς, επί του παρόντος η Κύπρος ως χώρα προέλευσης αγροτικών προϊόντων δεν θεωρείται ικανοποιητικά ελκυστική για τον ξένο καταναλωτή. Η ευθύνη γι’ αυτό το γεγονός βαρύνει διαχρονικά τις κυβερνήσεις.

11- Δημιουργία μόνιμων υπεραγορών (malls) γεωργικών προϊόντων στις πόλεις. Στις υπεραγορές αυτές θα δικαιούνται να πωλούν τα προϊόντα τους αποκλειστικά και μόνο παραγωγοί.

12- Νομοθετικές παρεμβάσεις για ενθάρρυνση του μετασχηματισμού των αγροτικών συνεταιρισμών σε πολυμετοχικές εταιρίες, στις οποίες θα συμμετέχουν μόνο παραγωγοί. Ο μετασχηματισμός αυτός έχει δοκιμαστεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ, δίνοντας τη δυνατότητα στους συνεταιρισμούς να απασχολούν επαγγελματίες υψηλού επιστημονικού επιπέδου, όπως γεωπόνους, κτηνιάτρους, τεχνολόγους, οικονομολόγους, μάνατζερ. Ως αποτέλεσμα, τα προϊόντα τους καθίστανται πιο ανταγωνιστικά ως προς την ποιότητα αλλά και ως προς την τιμή. Επίσης, η συμμετοχή σε πολυμετοχικές εταιρίες δίνει την ευκαιρία στους παραγωγούς να προβαίνουν σε καταμερισμό των εργασιών, να έχουν πρόσβαση σε μοντέρνες μεθόδους χρηματοδότησης, να κάνουν διαφήμιση των προϊόντων τους, να ασφαλίζουν της παραγωγή τους, καθώς και να εισπράττουν μέρισμα από τα κέρδη, αλλά και μισθό και ασφάλιση για την προσωπική τους εργασία.

13- Σύνδεση αγροτικής παραγωγής και τουρισμού. Σήμερα, η σύνδεση αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί και μέσω έξυπνων διαδικτυακών εφαρμογών που θα ενημερώνουν τους τουρίστες σε ποιο εστιατόριο ή ξενοδοχείο γίνεται χρήση και ποιων τοπικών προϊόντων γεωργίας, κτηνοτροφίας και αλιείας.

14- Δημιουργία κοινοτικών πρατηρίων με τοπικά αγροτικά προϊόντα σε τουριστικές περιοχές. Στα πρατήρια αυτά θα μπορούν να εκθέτουν και να πωλούν τα προϊόντα τους ντόπιοι παραγωγοί.

15- Προώθηση του αγροτουρισμού και της τουριστικής αλιείας σε επίπεδο γεωγραφικών κοινοτήτων. Για το σκοπό αυτό υποστηρίζονται δράσεις όπως δημιουργία κοινοτικών ξενοδοχείων και προγράμματα επίσκεψης/ξενάγησης σε αγροτικές επιχειρήσεις και πρατήρια αγοράς τοπικών αγροτικών προϊόντων.

16- Αποκατάσταση του ρόλου και της σημασίας του αγροτικού επαγγέλματος στη συνείδηση της κοινωνίας. Η απαξίωση του επαγγέλματος αυτού έχει σύνθετη κοινωνικοοικονομική αιτιολογία. Εδώ αλληλοδιαπλέκονται μικρός κλήρος, φτωχό εισόδημα, αβεβαιότητα, χειρωνακτική εργασία, έκθεση σε συχνά σκληρές καιρικές συνθήκες και χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Η πολιτεία πρέπει να αντιστρέψει την αρνητική αυτή νοοτροπία. Το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να βοηθήσει με δράσεις που θα ξεκινούν ήδη από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και τα σχολικά βιβλία.

17- Ενίσχυση της επιμόρφωσης των αγροτών. Ενθάρρυνση δημιουργίας προγραμμάτων σπουδών σε πανεπιστημιακά τμήματα, τα οποία θα μπορούν να παρακολουθήσουν απόφοιτοι λυκείου, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ήδη κάνει έναρξη επαγγέλματος ως αγρότες. Τα προγράμματα θα έχουν ευέλικτο ωράριο παρακολούθησης και θα είναι επικεντρωμένα σε χρηστικές γνώσεις αιχμής όσον αφορά θέματα γεωπονικά, λογιστικά, κτηνιατρικά και νέων τεχνολογιών. Στόχος τους θα είναι η εν γένει επιμόρφωση επαγγελματιών, οι οποίοι όμως θέλουν να συνεχίσουν να εργάζονται ως αγρότες.

18- Δημιουργία υπηρεσιών καθοδήγησης των αγροτών από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Θα προσφέρουν τυποποιημένα ολιγοήμερα φροντιστηριακά μαθήματα για κάθε αγροτική δραστηριότητα, θα συμβουλεύουν για την αναγκαία υποδομή και θα εποπτεύουν στην πράξη την εφαρμογή όσων δίδαξαν στους αγρότες.

19- Θεσμοθέτηση συναλλαγών όπως η απευθείας πώληση (Vende Direct) από τον παραγωγό στον καταναλωτή ή το καλάθι του παραγωγού. Η απευθείας πώληση από τον παραγωγό στον καταναλωτή γίνεται και σήμερα ατύπως. Εδώ μιλάμε για τη νομιμοποίηση και θεσμοθέτησή της. Στις βορειοευρωπαϊκές χώρες, οι πρακτικές αυτές έχουν ήδη θεσμοθετηθεί πολλές δεκαετίες τώρα. Η θεσμοθέτηση των πρακτικών αυτών αποσκοπεί σε συγκεκριμένα οφέλη: Να εγγυηθεί την ασφάλεια των προϊόντων που διακινούνται σε αυτές. Να στηρίξει τις μικρές αγροτικές επιχειρήσεις, οι οποίες θα είναι σε θέση να διαθέσουν τα προϊόντα τους σε τιμές καλύτερες από αυτές που θα τους πρόσφερε ένας έμπορος. Να δημιουργήσει ανταγωνιστές στα εμπορικά καταστήματα τροφίμων, προκειμένου οι τιμές να διατηρούνται χαμηλές και να αποφεύγεται η δημιουργία μονοπωλίων.

20- Είσοδος στην ψηφιακή εποχή και δημιουργία διαδικτυακών εφαρμογών για σύνδεση παραγωγού και καταναλωτή. Οι εφαρμογές αυτές δεν θα περιορίζονται μόνο σε καταναλωτές που επιλέγουν την απευθείας πώληση ή το καλάθι του παραγωγού, αλλά θα καλύπτουν και όσα κυπριακά προϊόντα διατίθενται στα καταστήματα τροφίμων.

21- Διευκόλυνση της αδειοδότησης οικοτεχνιών μεταποίησης αγροτικών προϊόντων, με προϋπόθεση την αποκλειστική χρήση κυπριακών προϊόντων σε ό,τι αφορά τις βασικές χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες.

22- Με ευθύνη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης πρέπει να δημιουργηθούν έτοιμα πακέτα με τυποποιημένες διαδικασίες HACCP (Hazard Analysis Critical Control Points) και πρακτικά εγχειρίδια εφαρμογής τους για οικοτεχνίες μεταποίησης και πρατήρια απευθείας πώλησης αγροτικών προϊόντων (Vende Direct).

23- Υποστήριξη νομοθετικών παρεμβάσεων σχετικών με την προστασία της βιοποικιλότητας, την απαγόρευση καλλιέργειας μεταλλαγμένων και την προώθηση των κυπριακών αγροτικών προϊόντων ως φυσικών, ασφαλών και ποιοτικών.

24- Επένδυση στην κατασκευή και λειτουργία μονάδων επεξεργασίας και ασφαλούς διάθεσης αποβλήτων γεωργικών και κτηνοτροφικών μονάδων. Οι επενδύσεις αυτές αποτελούν μέρος δράσεων περιβαλλοντικής προστασίας. Η προστασία του κυπριακού γεωπεριβάλλοντος συνιστά θεμελιώδη προτεραιότητα.

25- Κατασκευή μονάδων αξιοποίησης παραπροϊόντων από τα εργοστάσια ελαιουργίας, τα  σφαγεία και τα εργοστάσια παραγωγής φυσικών χυμών και τροφίμων. Στη χώρα μας, τα παραπροϊόντα αυτά κατά κανόνα καταλήγουν ως βιολογικοί ρύποι. Εντούτοις, ήδη υπάρχει η τεχνογνωσία για την αξιοποίησή τους στη φαρμακευτική, την προληπτική ιατρική και τη διατροφή ανθρώπων και ζώων. Αυτό, άλλωστε, εφαρμόζουν δεκαετίες τώρα οι προοδευμένες χώρες.

26- Επένδυση στην παραγωγή εγχώριου πολλαπλασιαστικού υλικού, σπόρων, γεννητόρων για την κτηνοτροφία και γεωργικών αναλωσίμων. Για το σκοπό αυτό θα ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των κρατικών ερευνητικών εργαστηρίων, των πανεπιστημίων αλλά και επιλεγμένων παραγωγών.

*Οικονομολόγος, Γραμματέας ΝΕΔΗΚ Λεμεσού.