Τα δικαστήρια στα πλαίσια των εξουσιών τους εκδίδουν διατάγματα, προσωρινά ή τελικά, με τα οποία διατάσσουν διάδικο να πράξει ή να απόσχει από του να πράξει κάτι, όπως να παραδώσει κάποιο αντικείμενο ή την κατοχή ακινήτου, να μην αποξενώσει περιουσιακά  στοιχεία, να παύσει να επεμβαίνει σε ακίνητο, να κατεδαφίσει παράνομη οικοδομή, να επιτρέπει την επικοινωνία τέκνου με τον άλλο γονέα, να μην εισέρχεται στη συζυγική κατοικία ή να αποχωρήσει από αυτή, καθώς και άλλου περιεχομένου διατάγματα. Ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα υπέχει υποχρέωση συμμόρφωσης, αλλιώς διαπράττει παρακοή, συμπεριφορά που επισύρει την τιμωρία του για καταφρόνηση. Η σχετική διαδικασία, παρά τον αστικό της χαρακτήρα, θεωρείται οιονεί ποινική και διέπεται από τους κανόνες της ποινικής δίκης. Η αίτηση για παρακοή του διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη και προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας, η οποία υπόκειται στους κανόνες απόδειξης ποινικού αδικήματος που θα πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 

Η διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται σε αίτηση παρακοής εξετάστηκε σε απόφαση που εξέδωσε η Α.Ε.Δ. κα Ν. Μαθηκολώνη την 9.3.2022, όπου οι αιτητές ζήτησαν να τους επιτραπεί να δώσουν προφορική μαρτυρία, ισχυριζόμενοι ότι διαφορετικά θα επηρεάζονταν δυσμενώς. Έκρινε ότι η εξέταση του ζητήματος θα πρέπει να γίνει σε συνάρτηση με τη νομική βάση και τη φύση της διαδικασίας. Παρέπεμψε στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, και πρόσθεσε ότι σύμφωνα με τη νομολογία το άρθρο αυτό είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή προστίμου ή φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση πραγμάτων. Είναι άρθρο με ποινικό χαρακτήρα, το δε αδίκημα που διαγράφει δεν είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης, αλλά αδίκημα που έχει τόσο αντικειμενική όσο και υποκειμενική υπόσταση. Η αντικειμενική του υπόσταση συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη η οποία παραβιάζει το διάταγμα, η δε υποκειμενική του υπόσταση σε ηθελημένη ανυπακοή ή, άλλως, σε πρόθεση ανυπακοής του διατάγματος του δικαστηρίου. Δεν αρκεί μόνο το αποτέλεσμα αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ενώπιον του Δικαστηρίου ηθελημένη παρακοή, δεδομένων και των συνεπειών από την επιτυχία της αίτησης που εμπεριέχει τον κίνδυνο επιβολής φυλάκισης. 

Οι αιτητές, λόγω της φύσης της διαδικασίας ως οιονεί ποινικής και του γεγονότος ότι είχαν το βάρος απόδειξης, εισηγούνταν ότι η αίτηση θα έπρεπε να εκδικαστεί με προφορική μαρτυρία. Το Δικαστήριο δεν συμφώνησε με την εισήγηση, παρέπεμψε στην τροποποίηση της Δ.48 κ.4 που προνοεί ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης, σε νομολογία και στο σύγγραμμα Injunctions του David Bean. Στο σύγγραμμα αυτό εξηγείται ότι ο καθ’ ου η αίτηση από δικής του πλευράς δικαιούται να δώσει προφορική μαρτυρία (αν επιθυμεί) ανεξαρτήτως αν έχει καταχωρήσει ένορκη δήλωση ή να προσφέρει μαρτυρία ενόρκως (οπότε ενδεχομένως να αντεξεταστεί). Ξεκαθαρίζεται δε ότι δεν τίθεται θέμα να εξαναγκαστεί για να δώσει μαρτυρία στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας, προφανώς δεδομένης και της φύσης της, όμως εφόσον επιλέξει να το πράξει ενδέχεται να αντεξεταστεί.

Επομένως, έκρινε ότι η ακρόαση της αίτησης θα διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, τηρουμένου του δικαιώματος του καθ’ ου η αίτηση να καταθέσει (προφορικά) ενόρκως εάν αυτό επιθυμεί. Η προσέγγιση αυτή θεώρησε ότι είναι και η προσφορότερη, αφού λαμβάνει επαρκώς υπόψη ότι πρόκειται για μια οιονεί ποινική διαδικασία με σοβαρότατες συνέπειες για τον καθ’ ου η αίτηση αν αποδειχθεί η παρακοή του και διασφαλίζει τοιουτοτρόπως πλήρως τα δικαιώματα του στο πλαίσιο αυτό, με τις παρεχόμενες προς αυτόν επιλογές. 

Όσον αφορά το επιχείρημα των αιτητών ότι θα επηρεαστούν δυσμενώς εάν δεν επιτραπεί προφορική μαρτυρία, το Δικαστήριο σημείωσε ότι με δεδομένο ότι η Δ.48 επιτρέπει την καταχώρηση περισσότερων της μίας ενόρκων δηλώσεων, η διαδικασία αυτή δεν επηρεάζει αρνητικά την πλευρά των αιτητών. Το Δικαστήριο μπορεί κατόπιν αδείας να επιτρέψει κάποια ζητήματα να τεθούν ενώπιον του ή ακόμα να καλέσει κατ’ εξαίρεση και το ίδιο κάποια μαρτυρία, ο δε καθ’ ου η αίτηση μπορεί ανεξαρτήτως του εάν καταχώρησε ή όχι ένορκη δήλωση να επιλέξει να καταθέσει ενόρκως με προφορική μαρτυρία και να αντεξεταστεί.

* Δικηγόρος στη Λάρνακα