Το Νοέμβριο του 2020, ο Joe Biden αναδείχτηκε νικητής των αμερικανικών εκλογών, με την προεκλογική του εκστρατεία να εστιάζεται στην αειφόρο ανάπτυξη μέσω του λεγόμενου “green new deal” και την απεξάρτηση των ΗΠΑ από τους υδρογονάνθρακες. Ο προκάτοχος του, Donald Trump, αντίθετος της πολιτικής μείωσης των ρύπων, είχε ανακοινώσει την αποχώρηση των ΗΠΑ από την Συμφωνία του Παρισιού τoν Ιούνιο του 2017, κάτι που ο Biden αναίρεσε κατόπιν της εκλογής του. Το κλίμα στις διεθνείς αγορές θεωρείτο θετικό προς μια «πράσινη» αλλαγή και αυτό οφείλεται συγκεκριμένα στην προώθηση των αρχών ESG (Environment, Society, Governance), που παροτρύνουν επενδυτές, διευθυντές και μετόχους να εστιάσουν το κεφάλαιό τους σε φιλικά προς το περιβάλλον χρηματοοικονομικά προϊόντα και επενδύσεις που έχουν θετικό αντίκτυπο στην κοινωνία.
Με την πανδημία ακόμη σε εξέλιξη εντός του 2021, οι τιμές του πετρελαίου δεν σημείωσαν ιδιαίτερη αυξομείωση, παρόλο που η συζήτηση περί ουδετερότητας όσον αφορά τον άνθρακα εντάθηκε με πετρελαϊκούς κολοσσούς, όπως για παράδειγμα το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, να δεσμεύονται για πλήρη οικονομική απεξάρτηση από το πετρέλαιο. Σε συνδυασμό με τη λήξη του 20ετούς πολέμου στο Αφγανιστάν και τις υποσχέσεις για επανέναρξη διαπραγματεύσεων ΗΠΑ-Ιράν, η παγκόσμια οικονομική και πολιτική κοινότητα φαινόταν έτοιμη να εστιάσει την προσοχή και τους πόρους της στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Δυστυχώς, το πρώτο τρίμηνο του 2022 σχημάτισε μια δυσοίωνη εικόνα, τόσο από γεωπολιτικής όσο και από οικονομικής πλευράς. Ο πόλεμος στην Ουκρανία υπενθύμισε ότι ο υπαρξιακός κίνδυνος μιας ευρωπαϊκής σύρραξης υφίσταται ακόμη, ενώ παράλληλα η ενεργειακή εξάρτηση της βόρειας Ευρώπης από το ρωσικό αέριο κλιμακώθηκε σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Για αρχή, η κατασκευή του αγωγού Nord Stream 2 πάγωσε, με τη διαχειρίστρια εταιρία, που εδρεύει στη Ελβετία, να εξετάζει το ενδεχόμενο διάλυσής της. Επιπρόσθετα, ο τομέας της άμυνας έγινε εκ των πραγμάτων προτεραιότητα, με τον Γερμανό καγκελάριο να ανακοινώνει τη διάθεση του αστρονομικού ποσού των €100 δισ. (2% του γερμανικού ΑΕΠ) για αγορά αμυντικού εξοπλισμού. Το γεωπολιτικό ντόμινο δεν άργησε να επηρεάσει της τιμές του πετρελαίου, που εκτοξεύθηκαν σε τιμές ρεκόρ. Δυσαρεστημένες από τη ρητορική Biden, οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες αρνήθηκαν συζητήσεις περί αύξησης παραγωγής για καταπράυνση των τιμών, ενώ η ίδια στάση παρατηρήθηκε από τις χώρες του OPEC.
Οι σύγχρονες εξελίξεις είναι απόδειξη ότι, τουλάχιστον για το εγγύς μέλλον, οι προτεραιότητες των κυβερνήσεων θα εστιάζονται σε δύο τομείς. Ο πρώτος είναι ο αμυντικός τομέας, στον οποίο έχει δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Με τους τόνους να ανεβαίνουν ήδη από το 2020 με τον πόλεμο στο Αρτσάκ και τον εμφύλιο στην Αιθιοπία, έχουν αυξηθεί οι φόβοι για ξέσπασμα βίας σε περιοχές «παγωμένων» συγκρούσεων. Ο φόβος αυτός οδηγεί στην αύξηση αμυντικών δαπανών, που με τη σειρά του ελκύει το ενδιαφέρον των επενδυτών στην πολεμική βιομηχανία, το οποίο στο παρελθόν έφθινε λόγω της διάδοσης των αρχών του ESG investing, που αποτρέπουν επενδύσεις σε οπλοβιομηχανίες. Για παράδειγμα, η τιμή της μετοχής της αμερικανικής Lockheed Martin, η οποία παράγει τους αντιαρματικούς πυραύλους javelin, αυξήθηκε κατά 28.13% το τελευταίο εξάμηνο.
Ο δεύτερος τομέας είναι η αντιμετώπιση της αύξησης των τιμών πετρελαίου και γενικότερα του πληθωρισμού, που παρατηρείται σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το μεγάλο δίλημμα για τις κυβερνήσεις, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, προκύπτει από την ανάγκη επιλογής συγκρουόμενων πολιτικών για ταυτόχρονη επίτευξη οικονομικών και περιβαλλοντικών στόχων. Εάν για παράδειγμα οι ευρωπαϊκές τράπεζες προχωρήσουν με την έκδοση «πράσινων ομολόγων», που αποσκοπούν στη χρηματοδότηση περιβαλλοντικών έργων, ενδέχεται να αυξηθεί περαιτέρω η οικονομική πίεση ένεκα του πληθωρισμού. Επιπρόσθετα, με την τιμή του πετρελαίου στα ύψη, σε συνδυασμό με τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας σε σπίτια μεσαίου και χαμηλότερου κυρίως εισοδήματος που είναι ακόμα αισθητές, αναπόφευκτα θα διευρυνθεί το εισοδηματικό χάσμα εάν δεν υπάρξει κρατική παρέμβαση σε μορφή φορολογικής χαλάρωσης ή χρηματοδότηση της αύξησης της παραγωγής. Από την άλλη, μια τέτοια κίνηση θα ήταν εντελώς αντίθετη με την προσπάθεια απεξάρτησης της παγκόσμιας οικονομίας από το πετρέλαιο και τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Με το προλεγόμενο «δίλημμα» να υφίσταται, μπορεί να λεχθεί με αυτοπεποίθηση ότι υπάρχει η ανάγκη για εξειδικευμένη συμβολή στην επιλογή οικονομικών και πολιτικών αποφάσεων από συμβούλους που είναι καταρτισμένοι σε υψηλό επίπεδο, τόσο σε θέματα ESG, όσο και νομισματικής-δημοσιονομικής πολιτικής. Με αυτό τον τρόπο, οι αρμόδιοι θεσμοί θα είναι σε πολύ καλύτερη θέση να βρουν τη χρυσή τομή μεταξύ οικονομίας και περιβάλλοντος, σε μια τόσο δυσεπίλυτη για τον κόσμο κοινωνικοοικονομική περίοδο.
* Advisor, Risk Consulting, KPMG Limited
Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις και γνώμες της KPMG Limited. Η επωνυμία και το λογότυπο της KPMG είναι εγγεγραμμένα εμπορικά σήματα, τα οποία χρησιμοποιούνται κατόπιν άδειας από τις ανεξάρτητες εταιρείες-μέλη του παγκόσμιου οργανισμού της KPMG.