Μεσούσης της τρέχουσας ενεργειακής κρίσης και απότομης αύξησης της τιμής της ενέργειας λόγω των γεγονότων στην Ουκρανία, τα Κράτη Μέλη αναζητούν τρόπους να μειώσουν τις επιπτώσεις και το σοκ που θα έχουν οι ψηλές τιμές της ενέργειας στην οικονομία, στη βιομηχανία και στους πολίτες. H Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και πριν τα γεγονότα στην Ουκρανία, αναγνώρισε πως η εφαρμογή της αρχής «ενεργειακή απόδοση πρώτα» (energy efficiency first) είναι θεμελιώδης και απαραίτητη στην προσπάθεια αυτή. Με τα κτήρια να ευθύνονται για το 40% της ενεργειακής κατανάλωσης της ΕΕ και το 36% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η στόχευση της αρχής «ενεργειακή απόδοση πρώτα» στα κτήρια είναι προφανής.
Για το σκοπό αυτό, θέσπισε την στρατηγική του κύματος ανακαινίσεων περί τα τέλη του 2020. Η βασική επιδίωξη του ευρωπαϊκού «κύματος ανακαινίσεων» είναι η κινητοποίηση επενδύσεων που να στοχεύουν στις ριζικές ενεργειακές ανακαινίσεις, περιλαμβανομένης της τοποθέτησης μικρού φωτοβολταϊκού, έτσι ώστε μέχρι το 2050 να έχουμε ένα ευρωπαϊκό κτηριακό απόθεμα με σχεδόν μηδενικές εκπομπές CO2. Παράλληλες επιδιώξεις είναι η χρήση των ανακαινίσεων ως μοχλού για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, η επίτευξη οικονομικής δραστηριότητας προστιθέμενης αξίας και η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας.
Κακή ενεργειακή απόδοση
Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, όπου ο πρώτος κανονισμός θερμομόνωσης θεσπίστηκε μόλις το 2007 και συνεπώς έχει ίσως το κτηριακό απόθεμα με τη χειρότερη ενεργειακή απόδοση σε όλη την Ευρώπη, η εφαρμογή της αρχής «ενεργειακή απόδοση πρώτα» στα κτήρια είναι και πιο επιτακτική και πιο πιεστική από πλευράς χρόνου.
Για να ήμαστε δίκαιοι, από το 2007 μέχρι και σήμερα έγιναν πολλά θετικά βήματα στο θέμα της ενεργειακής απόδοσης των κτηρίων. Θεσπίστηκαν και εκσυγχρονίστηκαν κτηριοδομικοί κανονισμοί ελάχιστης ενεργειακής απόδοσης κτηρίων, εκπαιδεύτηκαν και διαπιστεύθηκαν αρχιτέκτονες και μηχανικοί στο θέμα, προσαρμόστηκε η τοπική βιομηχανία δομικών υλικών, καθώς και όλη η παραγωγική αλυσίδα (εργολήπτες, τεχνίτες κοκ). Σήμερα, τα νέα κτήρια σχεδιάζονται και κατασκευάζονται έχοντας πολύ υψηλές επιδόσεις ενεργειακής απόδοσης.
Σε αντίθεση με τα νέα κτήρια και παρόλο που το κράτος (Υπουργείο Ενέργειας) έχει εκπονήσει και δημοσιεύσει τον Απρίλιο του 2020 τη Μακροπρόθεσμη Στρατηγική Ανακαίνισης Κτηρίων, είμαστε πολύ πίσω από τον στόχο (ενεργειακής) ανακαίνισης 1.5% του κτηριακού αποθέματος ετήσια. Γιατί συμβαίνει αυτό; Υπάρχουν πολλά άλυτα ζητήματα και αγκάθια. Υπάρχουν όμως και θέματα στα οποία έγιναν βήματα, ίσως και άλματα μπροστά, όπως έχει προαναφερθεί. Το νομικό πλαίσιο σε ό,τι αφορά την ενεργειακή απόδοση κτηρίων όχι μόνο υπάρχει αλλά έχει κλείσει αισίως και μια 15ετία στην οποία εξελίχθηκε (αναβαθμίστηκε) ικανοποιητικά.
Εδώ να ανοίξουμε μια παρένθεση και να αναφέρουμε μια πληγή η οποία δεν αφορά μόνο το υπό αναφορά ζήτημα. Την πληγή των κοινόκτητων οικοδομών και των δυσλειτουργικών διαχειριστικών επιτροπών. Δυστυχώς, αν και το θέμα αυτό έχει πολύ ευρύτερες επιπτώσεις (από τις ενεργειακές αναβαθμίσεις) και επηρεάζει την καθημερινότητα χιλιάδων συμπολιτών μας, αλλά και θέματα αισθητικής, ασφάλειας κλπ των κτηρίων, έχει αφεθεί στα αζήτητα και κανένας δεν έδωσε τη δέουσα σημασία για να λύσει τον γόρδιο δεσμό και να βρει μια αποτελεσματική λύση.
Το πρόβλημα χρηματοδότησης
Πίσω στο προκείμενο όμως… Και στο θέμα του ανθρώπινου δυναμικού είμαστε σε ικανοποιητικό επίπεδο. Η οικοδομική βιομηχανία έδειξε προσαρμοστικότητα και δεν παρατηρούνται ιδιαίτερα προβλήματα σε ό,τι αφορά την επίτευξη ιδιαίτερα υψηλών απαιτήσεων σε νέα κτήρια. Ποιο σημαντικό κομμάτι του παζλ απουσιάζει;
Αυτό της χρηματοδότησης. Σε ό,τι αφορά το θέμα της χρηματοδότησης, τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και η κυβέρνηση μας, ανέλαβαν σε μεγάλο βαθμό το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί. Ειδικότερα, το ευρωπαϊκό πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2021-2027 και το μέσο ανάκαμψης NextGenerationEU έχουν ειδικό στόχο στη χρηματοδότηση του «κύματος ανακαινίσεων». Επιπρόσθετα, ο νεοσύστατος Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με ένα κομπόδεμα 672,5 δισ. EUR (εκ των οποίων το 37% υποχρεωτικά προορίζεται για δαπάνες σχετικές με την κλιματική αλλαγή), φιλοδοξεί να στηρίξει τις επενδύσεις στον τομέα των ανακαινίσεων. Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, τα σχέδια χορηγιών για ενεργειακές ανακαινίσεις κατοικιών και δράσεις αύξησης της ενεργειακής απόδοσης των επιχειρήσεων της τρέχουσας προγραμματικής (2021-2027) είχαν αισθητά αυξημένους προϋπολογισμούς, περί των 100 εκ ευρώ. Δηλαδή, υπερδιπλάσιους σε σχέση με την προηγούμενη (2013-2020).
Είναι όμως και προφανές ότι το μοντέλο των κρατικών χορηγιών δεν είναι βιώσιμο. Συνεπώς, χωρίς τη συμβολή του εγχώριου τραπεζικού συστήματος δεν μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος της μαζικής κινητοποίησης επενδύσεων για την ανακαίνιση (ενεργειακή, δομοστατική και αισθητική) του υφιστάμενου κτηριακού αποθέματος, με όλα τα θετικά που θα έχει τούτο. Δυστυχώς, στη δική μου αντίληψη το εγχώριο τραπεζικό σύστημα απουσιάζει από την όλη προσπάθεια.
Παρόλη την πλεονάζουσα ρευστότητα και τα μακρο-οικονομικά χαρακτηριστικά ενός ενάρετου κύκλου που θα δημιουργήσει ένα κύμα ανακαινίσεων στην Κύπρο στα νοικοκυριά, στις επιχειρήσεις και στην οικονομία του τόπου, οι κυπριακές τράπεζες είναι διστακτικές και δεν είδαν τη μεγάλη εικόνα και προοπτική των ανακαινίσεων. Συνεπώς, αντιμετωπίζουν τα δάνεια για ενεργειακές ανακαινίσεις σαν ένα στεγαστικό ή ακόμη χειρότερα ως ένα τυπικό καταναλωτικό δάνειο και ζητούν εξασφαλίσεις, ζητούν να μπει υποθήκη όλο το ακίνητο και, τέλος, αξιολογούν τη δυνατότητα του δανειολήπτη με βάση τα εισοδήματά του, με τρόπο στατικό, χωρίς να συνυπολογίζουν την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματός του λόγω της μείωσης των ενεργειακών δαπανών του.
Το 2018, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε τη σύσταση (με τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων) ταμείου για εφαρμογή (από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα) δανειοδοτικού χρηματοδοτικού εργαλείου στους τομείς της ενεργειακής απόδοσης και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Με βάση τους σχεδιασμούς, το Ταμείο θα είχε κρατική προίκα 40 εκ. ευρώ και απευθύνεται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δημόσιους φορείς και νοικοκυριά. Το γεγονός ότι 5 χρόνια μετά ακόμη ψαχνόμαστε και δεν υλοποιήθηκε το Ταμείο είναι χαρακτηριστικό της αποτυχίας μας.
Καταληκτικά, ο υποφαινόμενος έχει και στο παρελθόν σημειώσει τη σημασία και την προοπτική, εάν οργανωθούν κατάλληλα, των ενεργειακών ανακαινίσεων στην Κύπρο. Ίσως η καλύτερη συγκυρία να οργανωνόμασταν και να ξεκλειδώναμε τα οφέλη των ενεργειακών ανακαινίσεων ήταν πριν 8 χρόνια. Αμέσως μετά το κούρεμα, δηλαδή. Η αμέσως καταλληλότερη συγκυρία είναι σήμερα. Και σε αυτή την προσπάθεια οι κυπριακές τράπεζες οφείλουν όχι μόνο να είναι παρούσες, αλλά να είναι πρωταγωνίστριες. Το μόνο που χρειάζεται είναι να δουν το δάσος και όχι το δέντρο και να κάνουν ένα μικρό άλμα πίστης (take a leap of faith).
Το παράδειγμα του Ντράγκι και το Ιταλικό ΑΕΠ
Μια μικρή παρένθεση σε σχέση με τα μακροοικονομικά οφέλη της υψηλής ενεργειακής απόδοσης κατοικιών και επιχειρήσεων. Το 2015 φιλοξενήσαμε τον Μάριο Ντράγκι, ως Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στην Κύπρο. Στην εναρκτήρια τοποθέτησή του για τις προβλέψεις της ΕΚΤ για το οικονομικό κλίμα, είχε αναφερθεί πολλές φορές στις τότε χαμηλές τιμές ενέργειας. Κατά τη δήλωσή του, οι χαμηλές τιμές ενέργειας ευνοούσαν τη μείωση λειτουργικών δαπανών και συνεπώς την κερδοφορία επιχειρήσεων. Ευνοούσαν επίσης την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριών, και αυτά τα δύο δημιουργούσαν ισχυρές αναπτυξιακές προοπτικές. Προφανώς, κατά τη δική μου ανάγνωση, και η αύξηση της ενεργειακής απόδοσης τα ίδια μακροοικονομικά αποτελέσματα έχει και επιπρόσθετα δημιουργεί και πράσινες θέσεις εργασίας.
Ο Μάριο Ντραγκι, 6 χρόνια αργότερα, ως πρωθυπουργός της Ιταλίας, εφάρμοσε ένα υπερφιλόξοδο σχέδιο φοροαπαλλαγών για ενεργειακές και δομοστατικές αναβαθμίσεις κατοικιών, το λεγόμενο 110% superbonus. Εν συντομία, το πρόγραμμα αυτό αφορά πίστωση φοροαπαλλαγής σε βάθος 5ετίας 110% των δαπανών (για να καλύπτονται και οι δαπάνες συμβούλων μελετητών) νοικοκυριών (φυσικών προσώπων) για ενεργειακή και αντισεισμική αναβάθμιση της κατοικίας τους. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στο διαδίκτυο, τo Ιταλικό Ινστιτούτο Μηχανικών εκτίμησε ότι το σχέδιο είχε θετική επίδραση περί του 1% (!) στο ιταλικό ΑΕΠ το 2021 και δημιούργησε για την ίδια χρονιά 153 χιλιάδες θέσεις εργασίας.
* Μηχανολόγος Μηχανικός Dipl Eng, MBA
(Οι απόψεις που εκφράζονται είναι προσωπικές)