Προφανώς η ανάγκη της πλειοψηφίας (50% + 1) που προβλέπει το Άρθρο 78 του Συντάγματος είναι δεσμευτική. Στην πρώτη δε ψηφοφορία μπορεί να υπάρχουν πολλοί υποψήφιοι. Όμως, ουδείς πρέπει να αποβλέπει σε «παζάρι» ή «ανταλλάγματα» για τη στάση που θα τηρήσει ο ίδιος ή το κάθε κόμμα στη λεγόμενη δεύτερη ή τρίτη ψηφοφορία που καθιερώθηκε το 1985. Οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν απαιτούν, 37 χρόνια μετά το 1985, εφαρμογή της ίδιας διαδικασίας ως ρυθμίστηκε τότε, με την πρόβλεψη δεύτερης και τρίτης ψηφοφορίας. Στη δεύτερη ψηφοφορία, που πρέπει να είναι η τελευταία, γίνεται μεταξύ δύο μόνο ανθυποψηφίων, που είναι αυτοί που συγκέντρωσαν αντίστοιχα τις πιο πολλές ψήφους στην πρώτη ψηφοφορία. Οι δε παρόντες βουλευτές που θα ψηφίσουν, πρέπει να επιλέξουν έναν εκ των δύο και εκείνος που θα συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους, ανακηρύσσεται ως ο νέος Πρόεδρος.

Η απόφαση της Βουλής το 1985 με τότε υποψήφιους τον Γλαύκο Κλητρίδη, τον Εζεκία Παπαϊωάννου, τον Βάσο Λυσσαρίδη και τον Γιώργο Λαδά, λήφθηκε χάριν της τότε αντίληψης και κομματικής στάσης, που απέβλεπε στο να επιτύχει κάθε κόμμα πολιτικά, νίκη έναντι των άλλων κομμάτων. Δεν απέβλεπε (όπως και τώρα), σε μια συναινετική λύση με την επιλογή του πραγματικά καταλληλότερου υπό τις περιστάσεις (χωρίς τούτο να σημαίνει ότι η νυν Πρόεδρος δεν θα καταφέρει να έχει εξαίρετη επίδοση και προσφορά). Να θυμίσω ότι κάποτε (11 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή), το 1985, η ίδια η Βουλή ψήφισε για τα ισχύοντα στον «οίκο» της, ότι εχρειάζετο να έχει μόνιμο Αναπληρωτή Πρόεδρο της Βουλής. Τούτο αντί να προεδρεύει κατά το Σύνταγμα, σε περίπτωση απουσίας του Προέδρου, ο εκάστοτε αρχαιότερος των βουλευτών. Το Ανώτατο Δικαστήριο όταν κλήθηκε το 1985 για την τότε επιλογή Προέδρου, όπως επίσης και το 1996 όταν αμφισβητήθηκε η εκλογή του κ. Αναστασιάδη ως μόνιμου Αναπληρωτή Προέδρου της Βουλής για εκείνη τη θητεία (απόφαση που δεν επαναλήφθηκε από τη Βουλή), υπέδειξε ότι επρόκειτο για προφανή διαφορά σε επίπεδο «πολιτικής» και άρα δεν είχε αρμοδιότητα παρέμβασης! Στα πλαίσια αυτής της από κοινού συμβολής για επίτευξη του κοινού (και όχι κομματικού καλού) πρέπει η Βουλή να αποφασίσει έγκαιρα και ανεξάρτητα προς επικείμενη επιλογή, πώς θα γίνεται μελλοντικά η επιλογή του Προέδρου του Σώματος, κατά τη δημοκρατική αρχή.

Άλλωστε στο προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης του κράτους μας, αυτή η διάθεση που εμφανίστηκε τώρα για αναζήτηση συναινετικών λύσεων, ήταν κύριο καθήκον του εκάστοτε Προέδρου και Κυβέρνησης, αφού ποτέ κανένα κόμμα στην πολιτική ιστορία του τόπου, δεν είχε από μόνο του την αναγκαία πλειοψηφία στη Βουλή, ώστε να μπορεί να επιτύχει να ψηφίζονται τα Νομοσχέδια που εκάστοτε υποβάλλει στη Βουλή.

Έτσι για χρόνια, είτε με τη μορφή συγκυβέρνησης δύο κομμάτων, είτε ακόμη με τον λεγόμενο ρυθμιστικό, δήθεν, ρόλο κάποιου άλλου κόμματος, η εκάστοτε Κυβέρνηση κατόρθωνε να προωθεί με μικρές τροποποιήσεις τα νομοθετήματα που επιθυμούσε σύμφωνα με την προδιαγραμμένη προεκλογική πολιτική της. Μάλιστα, στα πλαίσια αυτής της νοοτροπίας, εάν ψηφίζετο ένα νομοσχέδιο με βασικές τροποποιήσεις ή εάν περνούσε μια πρόταση νόμου από πλευράς αντιπολίτευσης, η πολιτική αυτή διαφορά ετίθετο, ως θέμα δήθεν, συνταγματικής τάξης, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αναφορά του Προέδρου. Ήταν δείγμα ή «παιγνίδι» πολιτικής κατάχρησης μιας συνταγματικής πρόνοιας. Τούτο μάλιστα, συνέβαινε σε μια χώρα όπου η τουρκική εισβολή, κατοχή και εποικισμός παραβιάζουν διαχρονικά και σωρευτικά, τα πλέον βασικά και ουσιώδη ατομικά δικαιώματα των εκτοπισμένων συμπολιτών μας!

Είκοσι περίπου μήνες πριν τις Προεδρικές Εκλογές και λίγες μέρες μόνο μετά τα «πολιτικά παιγνίδια» και «παζαρέματα» για την εκλογή Προέδρου της Βουλής, η πρόταση για «οικουμενική» ή «ευρείας αποδοχής» Κυβέρνηση ομοιάζει με κακόγουστο αστείο. Ας ελπίσουμε, όμως, ότι η περιπέτεια και η εμπειρία του τρόπου επίλυσης του θέματος ψήφισης τελικά του Προϋπολογισμού, θα οδηγήσει προς αποφυγή ανάλογων φαινομένων στο μέλλον. Είναι επιτακτική ανάγκη για κάθε «κανονικό» Κράτος και ιδιαίτερα σε ένα Κράτος υπό μερική στρατιωτική κατοχή, να καθιερωθούν διαφανείς και δημοκρατικές διαδικασίες για επίτευξη ευρείας συναίνεσης. Δηλαδή, να υπάρχει ένας γνήσιος διάλογος, χωρίς υπερβολές για λόγους κομματικούς ώστε να είναι δυνατό να ακουστούν και εν πολλοίς να γίνουν αποδεκτές και τροποποιήσεις που εισηγήθηκε η αντιπολίτευση. Μια τέτοια νέα επικοινωνία και σύμπλευσης της Εκτελεστικής με τη Νομοθετική εξουσία θα οδηγήσει ώστε η κάθε εκσυγχρονιστική νομοθεσία να φθάνει ενώπιον της Βουλής, αφού ακουστούν όλα τα κόμματα και από τη σχετική διαπάλη ιδεών, να προκύπτει ένα κοινά αποδεκτό νομοθέτημα προς το καλώς νοούμενο συμφέρον του τόπου και του λαού. Πράγμα που φαίνεται αδύνατο ή πολύ δύσκολο όταν για τη διαμόρφωση των προεδριών των κοινοβουλευτικών επιτροπών άρχισε ήδη σαφής και έντονη κομματική αντιπαράθεση!

Τα διδάγματα από το παρελθόν και ο στόχος εκσυγχρονισμού, επιβάλλουν ώστε η Βουλή, ως εκπρόσωπος όλου του φάσματος των απόψεων των πολιτών, να είναι χώρος συναντίληψης (ιδιαίτερα έχοντας την Τουρκία τόσο κοντά και απαιτητική) και όχι συνεχούς κομματικής αντιπαράθεσης. Τούτο δεν σημαίνει, να μην υπάρχει κριτική από την αντιπολίτευση. Όμως, η ισορροπία και η δράση στα απολύτως απαραίτητα των διαφωνιών, δεν πρέπει να είναι ο κανόνας της πολιτικής ζωής. Μόνο με την κοινή συμβολή θα επέλθουν γρήγορα και αποφασιστικά, οι αναγκαίες τομές εκσυγχρονισμού και προόδου. Μια τέτοια συναντίληψη θα επαναφέρει την εμπιστοσύνη όσων απέχουν, από το δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές και θα σταλεί και ένα από κοινού μήνυμα, προς όσους χαίρονται από την πολιτική μας διχόνοια.

*Δικηγόρος