Έχοντας κανείς υπ’ όψη το απόφθεγμα του Γάλλου νομπελίστα συγγραφέα Αλμέρτ Καμί, «Ανάμεσα στη Δικαιοσύνη και τη μάνα μου, προτιμώ τη μάνα μου», καταλαβαίνει την όχι καλή του εκτίμηση για τη Δικαιοσύνη. Το απόφθεγμα αυτό, όμως, δίνει σε μένα την ευκαιρία για μικρή αναφορά στην κυπριακή Δικαιοσύνη, απ’ αφορμή και τον πρόσφατο διορισμό Προέδρου και τεσσάρων μελών του Ανώτατου Δικαστηρίου και τις εξαγγελίες που γίνονται για εκσυγχρονισμό του δικαστικού συστήματος. Κι όταν γράφω δικαστικό σύστημα, δεν εννοώ μόνο το Αν. Δικαστήριο και γενικά το δικαστικό Σώμα, αλλά και τους άλλους φορείς που το συναποτελούν: Τη Γενική Εισαγγελία, την Αστυνομία, την Επιτροπή Διερεύνησης Καταγγελιών εναντίον της Αστυνομίας και ασφαλώς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης.

Ακούσαμε ωραία λόγια και εξαγγελίες από τους νέους δικαστές και την Πρόεδρο Περσεφόνη Παναγή-Κλεάνθους και προσδοκούμε στην υλοποίησή τους. Το ερώτημα όμως είναι, τι και πόσα θα προλάβει να κάμει η κ. Κλεάνθους όταν αφυπηρετεί σε μόνο λίγους μήνες; Διορίστηκε με βάση την επετηρίδα, την αρχαιότητα, μια αναχρονιστική τακτική, που κάθε άλλο παρά τιμά τον θεσμό. Εφ’ όσον η νέα Πρόεδρος είχε όλα τα προσόντα και την προσωπικότητα ν’ αναλάβει τη θέση – όπως με διαβεβαιώνουν δεκάδες εμπλεκόμενοι στον δικαστικό τομέα – θα έπρεπε να ήταν Πρόεδρος προ πολλού. Για να μπορέσει ν’ αξιοποιήσει την επαγγελματική της επάρκεια και τα πολλά της προσόντα. 

Να σταματήσουν, λοιπόν, επετηρίδες και αρχαιότητες, χωρίς αυτό να σημαίνει και η αρχαιότητα δεν πρέπει να λαμβάνεται καθόλου υπ’ όψη. Να πάψει πρέπει, να είναι το καθοριστικό κριτήριο. Γιατί, κακά τα ψέματα. Ο θεσμός της Δικαιοσύνης στον τόπο μας δεν βρίσκεται ψηλά στη συνείδηση του κόσμου. Και δεν είναι γι’ αυτό δικαιολογία το ότι άλλοι – ή όλοι οι άλλοι δυστυχώς – θεσμοί τυγχάνουν κατώτερης εκτίμησης. Η Δικαιοσύνη έχει να κάνει με το δίκαιο, τη δικαίωσή του πολίτη μετά τη στάθμιση όλων των στοιχείων που συνιστούν κάθε υπόθεση, με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν κάποιος καταφεύγει στα Δικαστήρια, εννοεί ότι θα βρει το δίκαιό του. Αλλά για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να το βρει σύντομα. Όχι μετά από πολλά χρόνια, όταν ίσως διάδικοι και μάρτυρες να μη βρίσκονται καν στη ζωή ή σημαντικά στοιχεία και τεκμήρια να έχουν καταστραφεί λόγω χρόνου. 

Έξαλλος και με πολλή αγωνία φίλος μού τηλεφώνησε πρόσφατα, για να μου πει ότι κίνησε αγωγή πριν εφτά χρόνια και για να δικαστεί έστειλε επιστολές κ.λπ. «Γράψετε τίποτε εσείς οι δημοσιογράφοι», μου είπε παρακλητικά, «γιατί η κατάσταση δεν πάει άλλο. Είμαι 79 χρονών, κοντά στον τάφο και περιμένω δίκη. Πότε θα γίνει, όταν εγώ θα είμαι στο νεκροταφείο;»

Τα εφτά χρόνια για την εκδίκαση μιας υπόθεσης αποτελούν πέρα για πέρα απαράδεκτη διαχρονική τακτική, η οποία μηδενίζει και εκθέτει τη Δικαιοσύνη. Και δεν υπάρχει δικαιολογία γι’ αυτή την πραγματικότητα. Ως λύση, πολλοί περιορίζονται στην εισήγηση για διορισμό νέων δικαστών, που είναι ένα από το πλήθος όσων επιβάλλεται να γίνουν. Όντως, υπάρχουν πολλά άλλα, που αφορούν τα κριτήρια διορισμών, τα προσόντα, την προσωπικότητα και κ.λπ., τα οποία θα διασφαλίσουν την επάρκεια και ορθή κρίση του νέου δικαστή. Και βέβαια, είναι στη συνέχεια και κριτήρια προαγωγών, που, επίσης, δεν πρέπει να έχουν βάση την αρχαιότητα και μόνο.

Από την άλλη είναι και η Γενική Εισαγγελία, για την οποία εκείνο που συνήθως ακούμε, είναι ότι θέλει προσωπικό. Χωρίς κανένας ν’ ασχολείται με τις υποθέσεις που χάνονται καθημερινά στα δικαστήρια, όπως για άλλα εξ’ ίσου σοβαρά θέματα, που η μη επίλυσή τους πλήττει καίρια τον θεσμό.

Από την άλλη είναι η Αστυνομία, της οποίας η απαξίωση από πλευράς κοινού είναι ακόμα μεγαλύτερη από τα δικαστήρια και την Εισαγγελία. Γιατί, όχι απλά δεν εκσυγχρονίζεται, αλλά βυθίζεται. Συνεχώς. Με μια πρόχειρη έρευνα, κάποιος μπορεί να δει ότι πολλά που ισχύουν γι’ αυτήν, είναι κατάλοιπα της αποικιοκρατίας και κανένας και ποτέ δεν θέλησε να καταργήσει ή εκσυγχρονίσει. Πολλές πρόνοιες του Ποινικού Κώδικα, όπως και πολλά που ισχύουν στην Αστυνομία, να είναι ίδια με τα διατάγματα του δήμιου της Κύπρου Χάρντιγκ, όταν καταδίκαζε και κρεμούσε τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ;

Είναι σωστό, για παράδειγμα, να εκδίδονται από δικαστήρια διατάγματα με βάση μόνο μια ένορκη μαρτυρία μέλους της Αστυνομίας – με ή χωρίς στοιχεία – να καταδιώκονται, να πολεμούνται και να διασύρονται χωρίς τέλος χρόνου πολίτες, και κανένας και ποτέ να μην νοιάζεται περαιτέρω τι γίνεται με την υπόθεση αυτή; Και, βέβαια, ο συγκεκριμένος αστυνομικός θα μπορεί να απολαμβάνει θέσεις και επιδόματα και όλα μια χαρά! Ε όχι, δεν είναι μια χαρά, αλλά μια λαδιά! Και μιλώ για την περίπτωση που ο αστυνομικός δεν ήταν σωστός στον όρκο του, ότι κατέθεσε ψέματα. Μα τότε τα ανθρώπινα δικαιώματα πού πάνε; Και είναι αυτό ευρωπαϊκό κράτος;

Το πιο πάνω είναι ένα μόνο από τα πολλά απαράδεκτα, όμως το κεφάλαιο ανθρώπινα δικαιώματα είναι σοβαρότατο και θα πρέπει ν’ αποτελέσει στοιχείο επείγουσας προσοχής και προτεραιότητας. Εδώ και τώρα επιβάλλεται η ανανέωση και ο εκσυγχρονισμός του δικαστικού συστήματος. Από λόγια και εξαγγελίες για το θεαθήναι, ο κόσμος έχει πια μπουχτίσει.

*Δημοσιογράφος