Ένα από τα πολλά ζητήματα που σίγουρα διέβη από το μυαλό του κάθε σκεπτόμενου κύπριου πολίτη είναι, εάν και κατά πόσο, είναι έτοιμος να ζήσει σε ένα κράτος, όπου, στην διπλανή πόρτα, δυνητικά,  θα κατοικεί μία οικογένεια Τουρκοκυπρίων. Η προβληματική που θέλουμε να θίξουμε εδώ, δεν είναι η απάντηση καθαυτή στο ερώτημα, αλλά, τα κριτήρια τα οποία οδηγούν στην έκαστη απάντηση. Κάπου εδώ, να διασαφηνιστεί  ότι, το άρθρο απευθύνεται προς ανθρώπους οι οποίοι, αντιλαμβάνονται το ανέφικτο της λύση του Κυπριακού επί τη βάσει μίας Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, όχι μόνον για την δυσλειτουργικότητα και την ασάφεια που χαρακτηρίζουν τα σχέδια λύσης της, αλλά, κυρίως, για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που αυτά παραβιάζουν. Η ανικανότητα όμως, των ίδιων αυτών ατόμων-του χώρου της εναλλακτικής λύσης-να ενοποιηθούν και να παραγάγουν συντεταγμένη και ουσιαστική πολιτική, φέρει βαρύτατη ευθύνη για την πορεία που συνεχίζει να ακολουθείται στο Κυπριακό μέχρι σήμερα και αυτή, δεν είναι άλλη, από την ίδια πολιτική, του Τσάμπερλεν έναντι του Χίτλερ. Είναι πραγματικά, άξιο απορίας, τι είναι αυτό που κατάντησε τη σιωπηρή αυτή πλειοψηφία…σε ψηφιδωτό.

Όσον αφορά την προβληματική μας, εύκολα μπορεί κάποιος να παρατηρήσει ότι, η κυπριακή κοινωνία πάσχει από τη λεγόμενη κρίση των εννοιών, για τον λόγο αυτό, ακόμη και η πιο απλή συζήτηση-σε επίπεδο καφενέ-για το Κυπριακό ζήτημα, καταλήγει πάντα σε αδιέξοδο. Τι σημαίνει αποδέχομαι να συζώ με Τουρκοκύπριους; Αυτό με καθιστά τουρκόφιλο; Τι σημαίνει τουρκόφιλος και κατά πόσο είναι αποδεχτό δεοντολογικά; Που οριοθετούμε τις κόκκινες γραμμές μας; Η κυπριακή κοινωνία, στην προσπάθειά της να συζητά στο ίδιο επίπεδο εννοιών, χρειάζεται μια ανανοηματοδότηση στον πυρήνα του αξιακού κώδικα αντίληψης των εννοιών που χρησιμοποιεί επί καθημερινής βάσεως.

Υπό το πρίσμα του σκληρού ρεαλισμού λοιπόν, για να μεταβάλουμε την περιρρέουσα τοξική ατμόσφαιρα, θα πρέπει, όπως είχαμε γράψει και παλαιότερα, να συμφιλιωθούμε με την επιθετική πραγματικότητα. Σε ένα αυριανό ενιαίο κράτος, οι πιθανότητες να γειτονεύουμε με Τουρκοκύπριους πολίτες είναι πάρα πολλές. Εάν κάποιοι ενοχλούνται, μόνο και με την σκέψη αυτή, μπορούν εύκολα να αυτο-συγκαταλεχθούν στην μειοψηφία των διχοτομηστών. Σε καμία περίπτωση όμως, αυτή η «κοινωνική αποδοχή» δεν πρέπει να συγχιστεί  με την καλλιέργεια και αποδοχή τουρκόφιλων αισθημάτων και προάσπιση τουρκοκυπριακών συμφερόντων τη δεδομένη χρονική στιγμή . Αυτό γίνεται, όχι από επιλογή δική μας, αλλά, από την αντανακλαστικά δεοντολογική δικλείδα που αυτόματα ενεργοποιείται ως αποτέλεσμα, των πράξεων του τουρκικού κράτους.

Για χάριν της θεματικής και για να γίνει πιο εύκολα κατανοητό το επιχείρημά μας, θα χρησιμοποιήσουμε τον παραλληλισμό του τραμπούκου συμμαθητή στο σχολείο που έτυχε να κατοικεί και στην ίδια γειτονιά με εμάς . Σε όλα τα σχολεία λοιπόν, υπάρχει αυτός ο ταραξίας που γνωρίζουμε όλοι, που δε σέβεται τους συμμαθητές του, που τους εκφοβίζει, είτε είναι ψηλού αναστήματος είτε κοντού, είτε είναι χοντροί ή μικροκαμωμένοι. Τον ίδιον αυτόν ταραξία όμως, σκεφτήκαμε αρκετές φορές ότι, εάν δεν είχε αυτήν τη συμπεριφορά, εύκολα θα μπορούσαμε, ίσως, να κάνουμε παρέα μαζί του και να γινόμασταν φίλοι, αφού σε τελική ανάλυση, είμαστε και γείτονες.

Κοντολογίς, σε ένα υγιές, ενιαίο κράτος, όπου όλοι αναγνωρίζουν την ισοπολιτεία όλων, η τουρκοκυπριακή μειονότητα θα πρέπει να είναι αποδεκτή, σε ισότιμη, πολιτική και κοινωνική βάση, από όλους τους Κύπριους: Έλληνες, Αρμένιους, Μαρωνίτες και Λατίνους. Πλην όμως, θα πρέπει να κατανοήσουν και οι λεγόμενοι «ειρηνιστές» ότι, δεν μπορεί στον βωμό της όποιας ειρήνης, να περάσουν απαρατήρητες, παραβιάσεις θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και  εγκλήματα πολέμου. Όλοι επιδιώκουν την ειρήνη, η ευνομία είναι αυτοσκοπός του κάθε κράτους. Για να επιτευχθεί όμως  η ειρήνη, προαπαιτείται κάτι άλλο, κάτι δύσκολο που όμως είναι αλληλένδετο αγαθό και αυτό δεν είναι άλλο, από τη δίκαιη απελευθέρωση. Η ειρηνική συνύπαρξη στην Κύπρο είναι ο απώτερος σκοπός και όχι το αμέσως επόμενο βήμα.

Εάν σήμερα, κάποιοι καλλιεργούν αφηγήματα τύπου: «Τουρκοκύπριοι και Τούρκοι είναι ένα και το αυτό», θέλοντας να δημιουργήσουν προβλήματα για πολιτικές εντυπώσεις, να γνωρίζουν ότι, με την επαύριον της λύσης του Κυπριακού, αυτά θα είναι προβλήματα που θα  βρει μπροστά της η κοινωνία μας, θα τα βρούμε μπροστά μας. Όσο πιο εθνικά ευαίσθητο είναι ένα ζήτημα, τόσο πιο κοινωνικά αναίσθητη είναι η μεταχείρισή του. Βρισκόμαστε, αρκετά χρόνια μετά το ανείπωτο εκείνο καλοκαίρι του 74’, σε ένα καθεστώς συστηματικής, γενικευμένης και αυταρχικής αυτολογοκρισίας. Φτάνει πια. Πρέπει να τελειώνουμε με τα αυτονόητα για να λύσουμε και τα δύσκολα. Να σταθούμε με αυτοκριτική μπροστά στον καθρέφτη της ιστορίας του Κυπριακού και να αναλογιστούμε, πρώτα-πρώτα, τα δικά μας λάθη.