Τον Μάρτιο, όταν η Κυβέρνηση αποφάσισε να αφήσει εκτός Κύπρου τους φοιτητές παραβιάζοντας το Αρθ.14 του Συντάγματος, είχα γράψει πως «αργοπεθαίνει μια δημοκρατία». Δυστυχώς, οι προβλέψεις πως η Κυβέρνηση θα έπαιρνε μια αυταρχική τροπή επαληθεύτηκαν και πλέον, μεταξύ της ακμάζουσας διαφθοράς, του χαρακτηρισμού οποιασδήποτε αντιπολίτευσης ως αντεθνική και των πρόχειρων μέτρων κατά της πανδημίας, η Κύπρος βρίσκεται στο χείλος της «Ορμπανοποίησης». Κινδυνεύει δηλαδή να μετατραπεί σε αντιφιλελεύθερη δημοκρατία όπου οι λίγοι καταχράζονται την εξουσία και τα ατομικά δικαιώματα των πολλών περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Αφορμή για το κείμενο είναι η έρευνα που διενεργήθηκε σε οικία ύποπτου χρήστη σατιρικού λογαριασμού σε Μέσο Κοινωνικής Δικτύωσης («ΜΚΔ») ο οποίος σατιρίζει (ενίοτε χυδαία) την υπουργό Δικαιοσύνης. Το άρθρο δεν αποτελεί προσυπογραφή των αναρτήσεων του εν λόγω χρήστη. Ωστόσο, δεν δικαιολογείται η ποινικοποίηση του συγκεκριμένου σατιρικού λόγου. Το κείμενο έχει δύο σκέλη. Αρχικά, παραθέτω μια νομική ανάλυση της υπόθεσης. Ακολούθως, τα γεγονότα εντάσσονται στο ευρύτερο πολιτικό τους πλαίσιο για να διαπιστωθεί η σταδιακή «Ορμπανοποίηση».
Je Suis Lady Έμιλυ– Μια Νομική Ανάλυση
Για να διεξαχθεί έρευνα στην οικία ύποπτου προσώπου, η Αστυνομία οφείλει να εξασφαλίσει ένταλμα με την έγκριση δικαστηρίου. Για να εκδοθεί το ένταλμα, πρέπει να υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται πως διαπράχθηκε κάποιο ποινικό αδίκημα (Αρθ.27 Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος) και όχι κάποιο αστικό αδίκημα (π.χ. δυσφήμηση).
Προκύπτει ένας σοβαρός προβληματισμός ως προς το ποιο ποινικό αδίκημα πιστεύεται πως διαπράχθηκε. Ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας δήλωσε στον Πολίτη πως «το συγκεκριμένο προφίλ έχει ξεπεράσει το όριο της δεοντολογίας όσον αφορά στην κριτική, αγγίζοντας τα προσωπικά δεδομένα της υπουργού Δικαιοσύνης». Αρχικά, σημειώνεται πως ο αστυνομικός δεν είναι αρμόδιος να κρίνει κατά πόσον έχουν ξεπεραστεί τα όρια της όποιας αόριστης δεοντολογίας. Επίσης, η χρήση προσωπικών δεδομένων της υπουργού δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα αφού ο Νόμος 125(I)/2018 προνοεί αστική και όχι ποινική ευθύνη (πλην του Αρθ.33 στο οποίο δεν εμπίπτει η παρούσα υπόθεση). Αν αυτή ήταν όντως η αιτιολογία της έρευνας, το ένταλμα είναι σαφώς παράνομο.
Ακόμη, δεδομένου ότι ο λογαριασμός είναι ανώνυμος, η Αστυνομία πρέπει να εξασφάλισε δικαστικό διάταγμα αποκάλυψης του ονόματος και της διεύθυνσης που είναι συνδεδεμένη με το IP address του εν λόγω χρήστη. Προϋπόθεση για την εξασφάλιση τέτοιου διατάγματος αποτελεί η διερεύνηση σοβαρού ποινικού αδικήματος (ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 5 ετών – Αρθ.17(2)Γ Σύνταγμα). Συνεπώς, η διαφαινόμενη απουσία τέτοιου αδικήματος υποδηλώνει πως η έκδοση και αυτού του διατάγματος ήταν παράνομη.
Κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΔΑΔ»), το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης (Αρθ.10 ΕΣΔΑ) καλύπτει και συμπεριφορά που μπορεί να προσβάλει, ιδιαίτερα όσον αφορά την κριτική που ασκείται προς πολιτικά πρόσωπα. Τυχόν επέμβαση σε αυτό το δικαίωμα από το κράτος πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο. Εφόσον δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα, η επέμβαση (δηλαδή η έρευνα και κατάσχεση του υπολογιστή) φαίνεται να παραβιάζει το Αρθ.10 ΕΣΔΑ.
Ακόμη, κατά το ΕΔΑΔ, για να εκδώσει διάταγμα έρευνας, το κυπριακό δικαστήριο όφειλε να εξετάσει κατά πόσον η έρευνα θα ήταν αναλογική με το θεμιτό σκοπό της πρόληψης κάποιου εγκλήματος, λαμβάνοντας υπόψη και τη σοβαρότητα του σχετικού εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη και να υπήρχε ποινικό αδίκημα, η συμπεριφορά του χρήστη δεν είναι αρκετά ζημιογόνα για να δικαιολογήσει την εισβολή της Αστυνομίας στο σπίτι του και την κατάσχεση του υπολογιστή του. Επομένως, η έρευνα φαίνεται να είναι δυσανάλογη και αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος του χρήστη στην ιδιωτική ζωή (Αρθ.8 ΕΣΔΑ). Από αυτές τις παραβιάσεις προκύπτει ευθύνη του κράτους να αποζημιώσει τον χρήστη.
Μια σειρά γεγονότων καταδεικνύει τη γενική απαξίωση της ελευθερίας της έκφρασης από την Κυβέρνηση και τοποθετεί το τελευταίο συμβάν στο απαραίτητο πολιτικό πλαίσιο. Συνοπτικά αναφέρω την πειθαρχική έρευνα εναντίον του καθηγητή Γαβριήλ, το θρυλικό «μεν μου πείτε για Al Jazeera να μεν σας πάρει ο δαίμονας», την καθολική απαγόρευση των διαδηλώσεων ως μέτρο κατά της πανδημίας και τη σύλληψη χρηστών ΜΚΔ για την κοινοποίηση διαδηλώσεων μετά από αυτή την απαγόρευση (αλλά όχι του Μητροπολίτη Μόρφου όταν διοργάνωσε αγρυπνία). Όλες αυτές οι πράξεις ζημιώνουν με τον δικό τους τρόπο την ελεύθερη έκφραση, γι’ αυτό το τελευταίο συμβάν αποτελεί σύμπτωμα μιας δημοκρατίας που νοσεί.
Αν τον Μάρτιο η δημοκρατία μας αργοπέθαινε, τον Δεκέμβριο βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση σε κάποια ΜΕΘ, στον αναπνευστήρα. Η ποινική έρευνα εναντίον ενός ατόμου που απλά διατηρεί σατιρικό λογαριασμό σε ΜΚΔ παραπέμπει σε εποχές εκφοβισμού και λογοκρισίας. Το πολιτικό πλαίσιο δεν μας επιτρέπει να αγνοήσουμε αυτό το γεγονός, αφού πλέον τέτοιες πρακτικές αποτελούν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Είναι ευθύνη μας να δώσουμε την απαραίτητη θεραπεία στη Δημοκρατία μας με την πρώτη ευκαιρία πριν τη χάσουμε ολοσχερώς.
*Ασκούμενος δικηγόρος