Το κράτος δικαίου προς αντιμετώπιση περιπτώσεων που αφορούν πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των εξουσιών οποιουδήποτε πολιτειακού ή άλλου αξιωματούχου, έχει την ευχέρεια να εφαρμόσει τις εξουσίες που η Νομοθεσία προβλέπει υπέρ του Υπουργικού Συμβουλίου ή του Γενικού Εισαγγελέα και να αναθέσει τη διενέργεια σχετικής έρευνας σε Ερευνητική Επιτροπή. Ο Νομοθέτης συγκεκριμένα παραχώρησε διαζευκτικά, ξεχωριστή εξουσία στον Γενικό Εισαγγελέα να διορίζει και ο ίδιος Ερευνητική Επιτροπή, σε περιπτώσεις που είναι δυνατό να έχει «…διαφανεί ότι στα προς διερεύνηση ζητήματα εμπλέκονται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή Υπουργός ή Αξιωματούχος που διορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος …».
Η τριμελής επιτροπή υπό την Προεδρία της κας Καλογήρου άγνωστο γιατί δεν διορίστηκε, δυνάμει του Νόμου περί τις Ερευνητικές Επιτροπές. Επίσης ΔΕΝ διορίστηκε από το Γενικό Εισαγγελέα για να ερευνήσει Πρόεδρο, Υπουργούς και Αξιωματούχους. Το απλούστερο θα ήταν να ξεκινούσε εξ’ αρχής, άμεσα, ποινική έρευνα! Φαίνεται όμως ότι, τουλάχιστο, αποτέλεσε μεταξύ άλλων και αφορμή που οδήγησε τον Γενικό Εισαγγελέα να ασκήσει τις δικές του εξουσίες και να διορίσει κατ’ επίκληση του Νόμου την τετραμελή Επιτροπή. Άρα η έρευνα της τετραμελούς αφορά σ’ όλους τους προαναφερθέντες πολιτικούς θεσμούς ή αξιωματούχους για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή συμπεριφορά τους μη συνάδουσα προς την κείμενη νομοθεσία, σε σχέση με ποινικά, διοικητικά και πειθαρχικά αδικήματα και βέβαια για πολιτικές ευθύνες.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, ο ίδιος ο Νόμος προβλέπει ρητά τις εξουσίες και στην έκταση της έρευνας που παρέχονται στην Επιτροπή, είτε αυτή είναι μονομελής ή πολυμελής. Συνεπώς οι όροι εντολής στο διάταγμα διορισμού, δεν μπορούν να συγκρούονται με ότι ο ίδιος ο Νόμος προβλέπει, στο άρθρο 7(α) έως (ιβ) ως εξουσίες της Ερευνητικής. Έχει καθήκον έρευνας το οποίο δεν καθιστά την τετραμελή Ερευνητική «δικαστικό ή πειθαρχικό» όργανο (ως κρίθηκε από την πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου στην υπόθεση Π. Αντωνιάδη και άλλων v. Υπουργικού Συμβουλίου του 1997). Οφείλει να καταλήξει σε πόρισμα και τα όποια συμπεράσματα της θα αποτελέσουν αφορμή για τις κατάλληλες περαιτέρω ποινικές ή πειθαρχικές διαδικασίες.
Πρέπει να τονιστεί συγκριτικά με την έκθεση Καλογήρου ότι μια των εξουσιών που έχει εκ του Νόμου η Ερευνητική Επιτροπή είναι και η προβλεπόμενη δημοσιοποίηση του πλήρους κειμένου της τελικής έκθεσης / πορίσματος προς πληροφόρηση των πολιτών κατά την αρχή της διαφάνειας προς συνεκτιμήσεων πολιτικών ευθυνών, είναι η δημοσιοποίηση. Εξουσία της Ερευνητικής, η οποία απλώς, πριν ασκηθεί προϋποθέτει κατά το Νόμο «συνεννόηση με το Γενικό Εισαγγελέα» για ένα συγκεκριμένο λόγον, να μη τεθεί σε κίνδυνο με τη δημοσιοποίηση όλου του κειμένου της έκθεσης, «…η εθνική ασφάλεια του Κράτους». Προφανώς πέραν από ότι προβλέπει ο Νόμος, εξαιρείται της δημοσιοποίησης και ότι είναι δυνατό να συγκρούεται με προσωπικά δεδομένα.
Η έννοια «εθνική ασφάλεια του Κράτους», είναι όρος που δε συναντούμε στο Σύνταγμα όπου υπάρχει ο όρος «το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας» ή οι όροι «δημόσια τάξη» και «συνταγματική τάξη». Παράλληλα δεν υπάρχει στο Νόμο ο όρος «δημόσιο συμφέρον» που αναφέρει το διάταγμα στους όρους εντολής, ως λόγο μη πλήρους δημοσιοποίησης του περιεχομένου της έκθεσης. Άλλωστε η απλή επίκληση του όρου αυτού, «δημόσιο συμφέρον», δεν εξισούται με την εξυπηρέτηση του, γιατί δεν αποτελεί όπως η Νομολογία έκρινε «στέγαστρο για την παράκαμψη του Νόμου». Συνεπώς δεν αρκεί να τίθεται γενικά και αόριστα γιατί η Νομολογία έχει καθορίσει ότι είναι αναγκαία η συγκεκριμενοποίηση του (υποθέσεις: Στεφανίδης του 1993 και Κυριακίδης του 1997).
Η κοινωνία των πολιτών είχε το δικαίωμα σε προγενέστερες ανάλογες έρευνες (Μαρί – Συνεργατισμός) να γνωρίζει όλο το περιεχόμενο αντίστοιχα των Εκθέσεων της κάθε Ερευνητικής Επιτροπής, χωρίς εξαιρέσεις. Ήδη όμως για τα διαβατήρια της ντροπής, έχουμε μια άγνωστη στο Νόμο διαδικασία που οδήγησε στην εντελώς πρόσφατη έκθεση Καλογήρου (29.12.2020) όπου έχουμε διαγραμμένα πολλά σημεία. Διαγραφές που είναι άγνωστο ποίος και για ποίο λόγον τις αποφάσισε.
Βέβαια η ουσία είναι να υπάρχει Πόρισμα με ουσιαστικά ευρήματα και κύρια αντί ραφοποίησης, άμεση προώθηση των ευρημάτων της όποιας μορφής ευθύνης είτε για ποινική είτε για πειθαρχική έρευνα, με αποκάλυψη, εάν υπάρχουν των όποιων πρόσθετων Πολιτικών ευθυνών.
*Δικηγόρος