Θα προσπαθήσω να γράψω για ένα χαρακτηριστικό ελληνικό γνώρισμα, τη φιλοτιμία, που στους καιρούς μας φαίνεται να λιγοστεύει ή και να εκλείπει.
Θυμάμαι τον Δεκέμβριο του 1963, όταν άρχισε η τουρκική ανταρσία (όχι οι ‘’διακοινοτικές συγκρούσεις’’, όπως πολλοί αρέσκονται να αναφέρουν), τότε λοιπόν, ο λόχος 101, του λοχαγού Ν. Βαρναβίδη, κάλυπτε και την περιοχή που βρισκόταν η αγγλική Πρεσβεία. Εκεί, στην ταράτσα του σπιτιού του επιχειρηματία, αείμνηστου Στέλιου Γκαράνη, στήσαμε φυλάκιο, όπως και στην αυλή του, που από τα τουρκικά φυλάκια τα χώριζε η κοίτη του Πεδιαίου. Τις πρώτες μέρες της τουρκικής επίθεσης στην περιοχή έγιναν άγριες μάχες. Οι άνθρωποι που έμεναν στα γύρω σπίτια, ούτε στα παράθυρα τους δεν τολμούσαν να πλησιάσουν.
Μετά τις πρώτες μέρες με πλησίασε ένας παλιός συμμαθητής μου από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, ο Αντρέας Κ., και με ρώτησε αν μπορούσε να ενταχθεί στον λόχο μας. Τον ρώτησα αν ξέρει από όπλα και μου απάντησε: «Όχι, τίποτε δεν γνωρίζω. Πάντα φοβόμουν τα όπλα». «Τότε τι θα κάνεις εδώ;», του λέω. Και μου απάντησε: «Άκου να δεις. Μένω εδώ στη γειτονιά. Δεν σου κρύβω ότι φοβάμαι, όμως ντρέπομαι να με προσέχουν συνομήλικοι μου και εγώ να κοιμάμαι στο σπίτι μου».
Πράγματι, ο Αντρέας εντάχθηκε. Κάθε φορά που υπήρχε ένταση στην περιοχή και σφοδρές ανταλλαγές πυροβολισμών, έτρεμε το φυλλοκάρδι του. Κι όμως, δεν το κουνούσε απ’ τη θέση του.
Ο Αντρέας ήταν φιλότιμος. Και η αξιοπρέπειά του δεν του επέτρεπε να κάθεται στο σπίτι, παρόλο που τότε δεν υπήρχε υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, παρά μόνο εθελοντές.
Η φιλοτιμία χαρακτηρίζει ανθρώπους ευαίσθητους. Είναι μια λέξη πολυσήμαντη στην έννοια της και πολύτιμη στην αξία της. Γιατί εμπεριέχει την αξιοπρέπεια, όπου κι αν τη συναντούμε.
Ρώτησα γλωσσομαθείς να μου τη μεταφράσουν. Δεν υπάρχει σε μετάφραση, παρά μόνο περιγραφικά. Είναι λέξη ελληνική…
Στους καιρούς μας βλέπουμε πολλούς και ακούμε πολλά. Βλέπουμε παιδιά καθόλα υγιή και δυνατά να προτιμούν ‘‘δίπλωμα’’ τρέλας, παρά το απολυτήριο του στρατού. Βλέπουμε τις κυβερνήσεις να μειώνουν τη στρατιωτική θητεία, παρ’ όλους τους κινδύνους που ελλοχεύουν, για λόγους ψηφοθηρικούς. Βλέπουμε σε φυλάκια να τοποθετούνται σκιάχτρα που παριστάνουν τους στρατιώτες, για να ξεγελούν… ποιους; Και βλέπουμε γονιούς να επαίρονται που οι γιοί τους ‘‘τα κατάφεραν’’ και δεν πήγαν στρατό.
Τα βλέπουμε όλα. Φιλότιμο δεν βλέπουμε. Και το φιλότιμο είναι ήθος, είναι ποιότητα, είναι γενναιοδωρία, έχει μια δική του αρχοντιά.
Κάποτε η φιλοτιμία υπήρξε η ειδοποιός διαφορά του Έλληνα· αυτό που διέκρινε τους Έλληνες απ’ όλους τους άλλους λαούς. Ήταν η ρίζα που κρατούσε και συντηρούσε το παρόν και το μέλλον. Η ελληνική φιλοτιμία ήταν ένα κράμα περηφάνειας, αξιοπρέπειας, ταπεινοφροσύνης και βαθιάς ηθικής υπόστασης.
Δεν θα ήθελα να κλείσω αυτό το σημείωμα με το φιλότιμο των πολιτικών μας. Το είδαμε σε όλη του την μεγαλοπρέπεια στο ‘‘Αλ Τζαζίρα’’. Οι λίγες εξαιρέσεις που υπάρχουν επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Συνήθως, αναζητούμε τη φιλοτιμία σε επιφανείς ανθρώπους. Όμως, συχνά, μου έκανε βαθιά εντύπωση, η φιλοτιμία που επεδείκνυαν άνθρωποι καθόλου επιφανείς. Εκείνο που αποτυπωνόταν στη μνήμη μου ήταν ένα είδος ηθικής αρετής, μια κάποια αυταπάρνηση και γενναιοδωρία, είτε στην ιδιωτική τους ζωή, είτε στη δημόσια ζωή, είτε στην αναζήτηση της αλήθειας. Αυτού του είδους οι φιλότιμοι άνθρωποι, σπάνια ευνοούνται απ’ την προσωπική επιτυχία στα εγκόσμια πράγματα· εμπνέουν όμως αγάπη και θαυμασμό σε όσους τους γνωρίζουν, ξεπερνώντας έτσι τις επιτυχίες άλλων που δεν έχουν αυτή την έντονη αίσθηση της τιμής και της αξιοπρέπειας.
Θα κλείσω με τον δικό μου ορισμό, βασισμένο σε ανθρώπους που γνώρισα και που έχουν φύγει από τη ζωή. Το φιλότιμο και η αξιοπρέπεια τους δεν ήταν επίφαση. Ήταν ουσία εσωτερική. Και ως τέτοια περιέκλειε μέσα της όλες τις ανθρώπινες αρετές: Την ηθική συνείδηση, τον ανθρωπισμό, την επιείκεια, την ελευθερία, κυρίως αυτή.
Υ.Γ: Ο Αντρέας Κ. πέθανε νέος…